Ναι, καλή μου.
Εμείς που γράφουμε σαν να φοβόμαστε πως κάποια αόριστη υφολογική τιμωρία θα πέσει στα κεφάλια μας.
Διστάζουμε να ακουμπήσουμε στο ράφι την λαξεμένη λέξη μας. Κλείνουμε το εξώφυλλό μας όποτε μας πλησιάζει κάποιος.
Εμείς που χρειαστήκαμε θράσος για να αναπνεύσουμε τον αέρα που μας περίμενε λίγα εκατοστά πέρα από τη μύτη μας.
Που λουφάζουμε όταν οι ξένες λέξεις ορθώνονται απειλητικές: Αυτάρκεις, όπως δεν έσωσαν ποτέ να γίνουν οι δικές μας. Πειστικές· μια γιορτή που δεν αξιώθηκαν ποτέ οι δικές μας. Και γλαφυρές. Οι δικές μας λέξεις, ανάπηροι αγγελιοφόροι που, αν έφταναν ποτέ στον προορισμό τους, θα χτυπούσαν, μουγκοί, το χέρι ρυθμικά στο τραπέζι για να δείξουν τον παλμό της λαχτάρας μας. Δεν κάνουν, όμως, παρά λίγα αβέβαια βήματα. Σαν μια αόρατη δύναμη να τους κρατάει γύρω από το πεδίο της μάχης, σαν να πρόκειται να σωριαστούν καταγής έτσι και απομακρυνθούν από τη λάσπη της κάθε μέρας.

Λειψά μηνύματα. Από κάποιους που κάποτε, παλιά, τους έλεγαν «σεμνούς»· και τώρα «μαλάκες». Από αυτούς που περιμένουν στις ουρές, πληρώνουν φόρους και τηρούν τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.
Εμείς που οικτίρουμε τον παλιό εαυτό μας και φοβόμαστε τον αυριανό. Και, ταυτοχρόνως, γλείφουμε τα χείλια μας σαν να ’ναι το άλας της γης. Που κοιτάμε τον κόσμο με μια ματιά που θα πάει άπατη μαζί με τον θάνατό μας. Άχρηστη. Αδιάφορη.  
Εμείς· δεν γράφουμε βιβλία, καλή μου.

Advertisements