Αγαπητό ημερολόγιο,
Ξαναδιαβάζω τους ποιητές της Ήττας και η Ιστορία κουλουριάζεται σαν γατί στα πόδια μου. Κόκκινη κουβέρτα και παλιά περιοδικά…
Δρόμοι που αλλαξοδρόμησαν, άλλοι που μονοδρομήθηκαν με τεχνοκρατική οίηση και έλλειμα δοχείων να συγκοινωνήσουν. Κλειστά κυκλώματα που φαντασιώνονται ανοιχτωσιές και οικτίρουν τους «απ’ την απ’ έξω». Τους πεζοδρομημένους: τα πάρκινγκ των Άλλων.

Εκείνος πορεύεται σε στενοσόκακα αποφεύγοντας τις αναθυμιάσεις από τους υπονόμους και κόβει γαρδένιες από αφύλακτους αυλόγυρους. Μακριά απο τις μεγάλες λεωφόρους που λυμαίνονται τα νιάτα του κόσμου: ενόσω δεόμενοι θα αντιδικούν για το Δέον και το Ιδεατόν, θα κλαυθμηρίζουν για το περιορισμένον του Εγώ τους και θα κατραπακιάζουν τους ετερόδοξους, εκείνος περιπατεί -εκδικητικά ευφρόσυνος- στην επιφάνεια μιας γης όπου αργότερα θα σκάψει λαγούμι με το κορμί του· υποσκάπτοντας τις ζωικές μεταρρυθμίσεις των αφρόνων· ακυρώνοντας τους λεωφορειόδρομους των ανοήτων.
Ας είναι ελαφρύς ο ίσκιος που τον τυλίγει…

Είδα στο όνειρό μου και τα «θλιμμένα τραγούδια». Δεν τα ήθελα. Ήρθαν και με πήραν απλώνοντας ένα ζεστό χέρι γύρω από τον ώμο μου. Χόρεψαν σιωπηλά εντός μου. Κάποιος έσπασε μια φλέβα με το κρασοπότηρό του. Λύγισα. Σκλήρυνα. Καμπυλωμένος, επιτέλους, είδα δικηγόρους να εκτελούν με χάρη νοητικές πιρουέτες· αθώους να αναζητούν το άλλοθι του εγωισμού στην ειλικρίνειά τους· ενόχους να αποδομούν την ειλικρίνεια των Άλλων. 
Κάποιος είπε «Πες την ιστορία σου και φύγε».
Et moriemur.

[Σημ. προς εμαυτόν: Γίνομαι ασυνάρτητος. Και δεν με νοιάζει. Γιατί άραγε;

http://mariospro.wordpress.com/2006/06/12/kapso/ ]

Advertisements