Για τη νύχτα που έρχεται· και μόνον γι’ αυτήν, έτσι; Μια βίρτιουαλ κασέτα, 45άρα, με τις διαθέσεις και τις αναμνήσεις της στιγμής, στριμωγμένες σ’ ένα εννιάρι να τις νταντεύει τρυφερά και να τις βιάζει να βγουν παρά φύσιν (άμα και κατά την βαθυτέραν φύσιν τους). Τοπ 9 ημέρας, κουρασμένης: το ύφος «λαϊκόν ελληνικόν»… Τάχα, άραγε; Ποιος ξέρει… Ο Σταύρος από την Καλαμάτα θα μου πει. Και θα τον ακούσω: επειδή με έχει πείσει πως ακούει κι άλλες ανάσες εκτός από τη δική του – την μεγεθυμένη από το κλαρίνο της κοινής μας ευφρόσυνης ερημίας. Οι ανάσες του κλαρίνου του αναδεύουν ένα ζεϊμπέκικο που εκκρεμούσε καιρό. Προσωπικές δίοδοι πλανώνται στον αέρα, μυστικές αποδράσεις: παραπλανητικά ελιξήρια. Για όποιον κάτσει σ’ αυτό το πανηγύρι του ενός τραπεζιού… 

 1-2

Η πρώτη δύσκολη στιγμή. Ο Ακης Πάνου σμιλεύει λέξεις απλές, ξυλόγλυπτες. Κι ο Χατζηαντωνίου τις αιματώνει.

./.

3.

Φιλί φιλί σ’ ανάστησα. Λέει αυτός… Μνήμη γλυκόπικρη, αναποδογυρισμένα νιάτα. Κοιλίες και κόλποι της καρδιάς, ανεπάρκειες που φέρνει ο χρόνος αλλά και οι στροφές της, όλα  τ’ ανάσκελο…

 ./.

4

 

Σκιές και οπτασίες. Ο Στράτος, όπως θα του ταίριαζε καλύτερα: σε άσπρη μπομπίνα, στο βάθος κήπος, παγωμένη Φιξ. Κάποτε, κάτω από τον φίκο στο βαρέλι δίπλα, να πετάμε τ’ αποτσίγαρα…

./.
5

Μια δυνατή στιγμή του Στέλλιου. Είναι πρέπον, άραγε, στα θαλασσόδαρτα σκαριά να πιάνουν ποτέ λιμάνι; Αυτό το χτύπημα του ποτηριού στο τραπέζι τι να σημαίνει; «Δεν ξέρω», μήπως;

./. 

Πεθαμένες Καλησπέρες. Εσύ θα τις ξόδευες δηλαδή; Και πού; Σώπα, άκου: χτύπα διακριτικά το πόδι στο πάτωμα.

./. 

7  

Η Κατερίνα (μας)…

 ./.

 8

Το Βουνό. Πάντα. Και κάποιες νύχτες εφηβικές στο δασάκι δίπλα στο γήπεδο του Απόλλωνα Αθηνών, στον Προμπονά, στα λουλουδάδικα. Που ανθούν για τους Άλλους, φυσικά, να τους ξεγελάσουν. Να κλέψουν την ανασεμιά της ψυχής τους. Τα κρυφαδέρφια μας, τα πούστικα…

./. 

9. 

 

Γενέθλια. Μαύρα και λαμπερά. Σαν ιδιωτική, κρυφή μαρμαρυγή.

 #

Advertisements