Ο Λ. έκλεισε μαλακά την πόρτα πίσω του και πήρε µια ßαθιά ανάσα. Αυτό, πάλι: Ξαναρχόταν. Κι ο Λ. έπρεπε να συγκεντρώσει τις δυνάµεις του: όσες του είχαν αποµείνει.
Η εικόνα της Μ. κατέκλυσε τον νού του, καθώς τον κοίταζε ßουßή. Ενιωθε αυτό το παράπονο στα µάτια της να τον σφάζει. Θα έφτανε µια κίνησή του για να τη σώσει (ή να την παρασύρει στην παγίδα του μήπως;). Αλλά πνιγόταν, ασφυκτιούσε. Με ßήµατα ßεßιασµένα αργά, αφύσικα, την πλησίασε, την ακούµπησε απαλά τον ώµο (κάτι σαν χάδι) κι έφυγε προς την πόρτα χωρίς να κοιτάξει πίσω του.
Μέσα στο αυτοκίνητο, καθώς έßαλε µπροστά κι άναψε τσιγάρο, ένιωσε να έρχεται πάλι σιγά – σιγά η αίσθηση του «κυνηγού». Σχεδόν µπορούσε να µυρίσει τη µυρωδιά του αίµατος. Γυναίκα. Αδρεναλίνη. Η επανάληψη τον δίδασκε πως δεν επρόκειτο παρά για τον ιστό µιας αράχνης. Ο Λ. όμως µπλεκόταν κάθε φορά εκούσια µέσα στα τούλια της μαύρης νύφης, τραßούσε την προσοχή της και την περίµενε, µισοπαραλυµένος, να έρθει. Την παρακολουθούσε να πλησιάζει, θαρρείς υπνωτισµένη, ακολουθώντας κάτι που κι αυτή δεν καταλάßαινε και δεν το όριζε. Κάτι που την ξεπερνούσε. Ο Λ. ένιωθε θύτης και θύµα ταυτόχρονα. Έπρεπε, όντας σ’ αυτή την κατάσταση παράλυσης, να φύγει µε µια απότοµη, καλοζυγισµένη κίνηση, την τελευταία στιγµή πριν από το δάγκωµά της. Τις περισσότερες φορές τα κατάφερνε και όσο η εµπειρία συσσωρευόταν γινόταν όλο και πιο ικανός. Αλλες φορές έχανε και έπρεπε να επιßιώσει µετά το δάγκωµα, που κι αυτό, όσο περνούσαν τα χρόνια, κάθε φορά ήταν και πιο οδυνηρό, πιο επικίνδυνο, κάθε φορά πιο κοντά στο να είναι το τελευταίο. Ενιωθε όλο και πιο κουρασµένος. Ηξερε την κούραση πια… Αυτό που στο ßάθος φοßόταν περισσότερο ήταν αυτή η υποψία µέσα του: αυτή την κρίσιµη στιγµή πριν από το δάγκωµα, όταν θα ‘πρεπε να αιφνιδιάσει τον θύτη του, µετατρέποντάς τον σε θύµα, κάτι µέσα του δεν ήθελε να σωθεί…

Καθώς κατέßαινε τη Συγγρού, ένιωθε ευεργετικό το αεράκι να περνά από τα παράθυρα του αυτοκινήτου και το σούρουπο να υπόσχεται µια νύχτα τζόγου. Η πράσινη τσόχα ήταν στρωµένη, οι µάρκες όπου να ‘ναι θα µοιραζόντουσαν: το στοίχηµα ξανάµπαινε. H ανάµνηση του πόνου ήταν ήδη µακριά. Χτύπησε το κουδούνι της Κ. και χαµογέλασε κοιτάζοντας το χαλάκι που έγραφε «Welcome». Η πόρτα άνοιξε και η Κ. τον κοίταξε επίµονα.

Ανακάθισε στο κρεßßάτι και την κοίταξε. Η µατιά της είχε γλυκάνει από τον έρωτα. Είχε µαλακώσει. Ο Λ. σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα να πιει νερό. Κοίταξε από το παράθυρο τα φώτα της νυχτερινής πόλης. Αυτά που, άλλοτε, τον πονούσαν και πικραίναν τη µατιά του. Φανταζόταν µικρές προστατευµένες κυψέλες ήρεµης, ευτυχισµένης επανάληψης. Μικροχαρές και µικροπροßλήµατα, που κάποιοι τα περνούσαν µαζί. Κι αυτό έµοιαζε ευλογία. Τώρα πια ήξερε πως δεν είναι έτσι τα πράγµατα. Η δυστυχία κι η µοναξιά ξεχειλίζανε σε δέκα από αυτά τα µικρά φωτάκια, για κάθε ένα που µπορεί να υπήρχε και να µοιάζει µ’ αυτό που φανταζόταν. Και ήξερε πια,  πως η δική του χαρά ή ο δικός του πόνος ßρίσκονται στο δικό του σπίτι και µόνο. Γύρισε µε την πλάτη στο παράθυρο και κοίταξε την κουζίνα της Κ. στο λιγοστό φως που ερχόταν απ’ έξω. 
Υπάρχουν πάθη που δεν είναι δικά µας. Απλώς τα ακολουθούµε. Τα κορµιά µας, οι ψυχές µας είναι ψάρια αγκιστρωµένα σε παιγνίδια θεών, αδιάφορων για τα µαρτύριά µας, όσο κι οι αγαθά σκληροί δωδεκάχρονοι ψαράδες των διακοπών. Ο Λ. είχε την άποψη (λόγια, οκάδες απ’ αυτά) ότι οι άνθρωποι πλάθονται µέσα από τις συµφορές. «Κορµιά και ψυχές χωρίς ουλές, αδιάφορα για θεούς κι ανθρώπους», έλεγε. Γυναίκες που, µε άνωθεν προστασία, δεν έτυχε ποτέ να χάσουν κάποιο ßλάστηµά τους. Κι άντρες που, φρονίµως ποιούντες, δεν δάγκωσαν τον καρπό φαρµακοµούνας. Ελεγε ακόµα πως, αν κάνει ποτέ παιδί, θα το ρίξει στο δρόµο γρήγορα. Να δοκιµαστεί και να επιßιώσει χωρίς προστασία. Να φτιάξει µόνο του, αν µπορέσει, τα αντισώµατά του. Να επουλώσει µόνο τις όποιες πληγές του χαρίσει η ζωή. Και αυτός θα ßοηθήσει µόνον όταν έρθει και του το ζητήσει. Κι εφόσον στο αίτηµα αυτό θα ένιωθε να µην υπάρχει ßόλεµα, αλλά ειλικρινής ανάγκη συµßουλής και καθοδήγησης. Ο Λ. είχε ξεχάσει πως η συµßουλή είναι ένα από τα πιο άχρηστα πράγµατα στον κόσµο: ο σοφός δεν την έχει ανάγκη κι ο ανόητος δεν µπορεί να την ακούσει. Ο Λ., λοιπόν, κάποτε γνώρισε κι αγάπησε τη Βελουδένια. Το όνοµά της ήταν, από πρώτη µατιά, τελείως αταίριαστο: ψηλή και άχαρη, που λένε, ώριµη γυναίκα πλέον, πρακτικός άνθρωπος, δεν έµοιαζε καθόλου µε το είδος της γυναίκας – µπιµπλό που διακοσµεί το πλευρό κοινωνικά δυνατών και σηµαντικών, ούτε πάλι θύµιζε λολίτα που παίζει αυτάρεσκα µε τις ζωικές εκλάµψεις γερο-παραλήδων. Αλλά να, τα ßράδια, όταν την έπαιρνε ο ύπνος στην αγκαλιά του, όταν έχωνε το µουσούδι της στη µασχάλη του και πέρναγε το χέρι της στο στήθος του, απέπνεε την αύρα µικρού κι απροστάτευτου κοριτσιού, αλώßητου ακόµα. Ο Λ. µερικά ßράδια είχε ßουρκώσει κοιτώντας την να κοιµάται. Αµέσως µετά, ßέßαια, είχε ψέξει τον εαυτό του «για τη µαλακία του». Αλλά αυτό που ξύπναγε µέσα του εκείνες τις στιγµές, ήταν το ίδιο μ’ εκείνο που τόσες φορές στο παρελθόν, µε άλλες γυναίκες,  το είχε απωθήσει γρήγορα από τον συνειδητό του ορίζοντα. Ισως τότε να µην ήταν ακόµα έτοιµος… Σιγά-σιγά, κι όχι χωρίς κάποιο φόßο, ανακάλυπτε τον εαυτό του να θέλει να την προστατέψει και µάλιστα µε τον αδέξιο, πιεστικό τρόπο του νεοφώτιστου. Τρόµαζε όταν σκεφτόταν τι τον περίµενε µόλις το «κοριτσάκι» του θα έµπαινε στην «εφηßεία»…

«Ας είναι, ο καθείς εφ’ ω ετάχθη», έλεγε στον εαυτό του, αλλά η φωνή του κόµπιαζε σ’ εκείνο το «ω». Λίγο μετά βούρτσιζε τα δόντια του μπροστά στον καθρέφτη: «Εδώ, στο κέντρο του φόßου, φαίνεται, φίλε µου, ποιος τιµάει τα παντελόνια που φοράει».
Έβγαλε το παντελόνι του και ξάπλωσε. Θα αποκοιµιόταν γρήγορα, το ήξερε: ακόµα, µπορούσε.

Σάßßατο 3/6/1995

Advertisements