Αυτόν τον καιρό διαβάζω. Πολύ και εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους κείμενα. Και νιώθω συχνά πως η γραφομανία –αυτό το σπυρί στο χείλος του κόσμου– έχει κατακυριεύσει πλήθος ανθρώπινες ζωές, προσφέρει αφειδώς στον θόρυβο του ανθρώπινου πλανήτη, μα αφήνει πάντοτε αλώβητο τον μύχιο ψίθυρο των πραγμάτων.

Η απομάκρυνση επιβάλλεται. Λίγο παράμερα ο εκκωφαντικός βόμβος που αναδίδει το ανθρωπομάνι κοπάζει. Και μπορείς να ξαναπιάσεις την άκρη του νήματος.

Θα επιστρέψω, όμως: υπάρχουν πάντα φωνές (μουρμουρητά, μάλλον) που διακρίνεις το ρίσκο τους σε κάποια λυγμική στροφή τους καθώς μια παράγραφος τελειώνει νωρίτερα απ’ ό,τι της έπρεπε ή κάποια φράση μένει μετέωρη στο γύρισμα της σελίδας. Πάντα βρίσκονται κείμενα, ή έστω φράσεις, όπου κάτι επιτέλους να διακυβεύεται, να ισορροπεί στο κέντρο της αντίφασης. Θα επιστρέψω στον δύσκολο δρόμο του αναγνωστικού πληθωρισμού, με τις κλαίουσες στο πλάι να κρύβουν τον ορίζοντα, αναζητώντας και πάλι τον υγρό ίσκιο μιας πηγής απ’ όπου να ξεπηδάνε λέξεις επικίνδυνες. Και ζωές που ρισκάρουν να κατηφορίζουν, να διακλαδώνονται, να μην τις μουγκαίνει το Δέλτα τους που καραδοκεί.  

Advertisements