lana.jpg

Διεκδικώ το μερτικό μου από τη ζωή και το αποθηκεύω σε κάψουλες χρόνου: περιπλανιέμαι στους δρόμους της πόλης, αργώ σε καφέ και παρατηρώ.
Βλέπω αγόρια που δεν βρήκαν ακόμα τον δρόμο τους και κορίτσια που πορεύονται παράλληλα με τον δικό τους: φτιάχνουν (συχνά με μετακύλιση του κόστους) βατά μονοπάτια, ίσα να μπορούν να κρατούν επαφή, οπτική έστω, με την προσωπική τους οδό. Δεν τολμούν να την περπατήσουν με τα γυμνά τους πόδια να πληγώνονται βήμα το βήμα. Αλλά η καρδιά τους ξέρει πού ήταν ο δρόμος της, δεν τον αναζητά στα χαμένα με αμήχανα αγορίστικα χαχανητά – συνήθως. Έχει σπίτι και πατρίδα· ανθρώπινη παρουσία δεν έχει (και τα κορίτσια γίνονται γυναίκες προσμένοντας). Φιλοξενούν διαβάτες, ελπίζοντας μυστικά σε μετανάστες που θα κυριαρχήσουν, να γεμίσουν τον χώρο που δεν τολμούν να κατοικήσουν μόνες. Εν κρυπτώ. Οι περισσότεροι, όμως, που διαβαίνουν είναι έτοιμοι να ανταλλάξουν το ταξίδι τους με τις ανέσεις ενός σπιτικού. Άψητοι ακόμα, με την ασπράδα τους ανέπαφη από τη σκόνη του δρόμου, γέρνουν στο σπιτικό που κάποιο θήλυ, αποκαμωμένο συνήθως, καταδέχεται να τους παραχωρήσει. Άλλοι πάλι εμμένουν μανιακά στο ταξίδι ακόμα και όταν ξεμείνουν από πόδια. Τα αναπηρικά καροτσάκια του φαντασιακού απογειώνονται. Οι αποκλειστικές μένουν πίσω πικραμένες…

Ας μην το συνεχίσω. Ανεπεξέργαστοι συνειρμοί είναι· ίσως δεν θα έπρεπε καν να τους βάλω εδώ… Μου ήρθαν στον νου διαβάζοντας ένα σχόλιο σε κάποιο μπλογκ:

«Είναι συνήθως οι γυναίκες που όλο περιµένουν. Ίσως να µην είναι ένα παιχνίδι της µοίρας εις ßάρος µου, όπως τόσα χρόνια πίστευα, αλλά κάτι πιο ßαθύ που έχει να κάνει µε τη φύση ή τη µοίρα όλων των γυναικών».

Η ευκολία του κόπυ-πέιστ με παρέσυρε.

Advertisements