g2.jpg

Κλείνομαι όλο και περισσότερο. Χρειάστηκα μισή ζωή για να μάθω να ανοίγομαι στον κόσμο και άλλη μισή για να φέρω βόλτα τις χάρες του. Τώρα οι οιωνοί με καλούν πάλι σε νυχτερινά ταξίδια. Με ήρεμη βεβαιότητα, ανατινάζω γέφυρες και καίω τα παλιά καράβια μου. Τα δειλινά, καθώς απομακρύνομαι από την οχλοβοή του κόσμου, γέρνω σε μια νοτισμένη κουπαστή και παρατηρώ τα βαθειά νερά να σκοτεινιάζουν σταδιακά κάτω από την πρύμνη μου. Επιστρέφω. Κάπου. Αυτά τα βράχια ξέρουν, διήνυσαν ατέλειωτους δρόμους πριν αφεθούν στην φθορά του νερού. Και τα νερά πάντα βρίσκουν τον δρόμο τους.  

Advertisements