Βραδιάζει. Κίτρινες και μωβ λουρίδες στον ορίζοντα γυρίζουν αργά τον πλανήτη και με πλανεύουν. Χαϊδεύω τη μουσούδα του μαυρόσκυλου της γειτονιάς ενόσω αγκαλιάζω με το βλέμμα τα απέναντι δέντρα. Είμαι ευτυχής· πλάνης που ξαποσταίνει.
Ενα θεσπέσιο τίποτα στραφταλίζει στις άκριες του δρόμου. Του έρημου δρόμου μου. Χαμογελώ καθώς αναλογίζομαι τις φλόγες που καψάλισαν τη νιότη μου, τα πάθη που ροκάνισαν τα χρόνια μου. Τόσος δρόμος… Πόσο καθυστέρησα στα μονοπάτια και τα κατσάβραχα που πήρα νομίζοντας πως έκοβα δρόμο: πόσο αστείος μου μοιάζει τώρα ο νεανικός εαυτός μου…

Στα σπίτια πέρα, πίσω από τα δέντρα, ανάβουν φώτα. Μια γυναικεία φωνή ακούγεται να φωνάζει υστερικά από κάπου: «…ποτέ σου…», ξεχωρίζω ανάμεσα στα λόγια της που φθάνουν λειψά.

Ποτέ του. Ποτέ μας. Πάντοτε…

Advertisements