«Αφησε τα χέρια σου αν µπορείς να ταξιδέψουν / ξεκόλλησε απ’ τον άπιστο καιρό / και ßούλιαξε / ßουλιάζει όποιος σηκώνει τις µεγάλες πέτρες»
hands.JPG

…λέει ο ποιητής.

Κι εγώ πώς να αντείπω τι…

Τα χέρια μου ταξίδεψαν πιο πολύ από μένα.

Ψηλάφησαν γυναικείους τόπους ενόσω εγώ ταλαντευόμουν παράμερα· χαζούλης που μετείχε των πραγμάτων πάντοτε με ελαφρά καθυστέρηση (με βαρύτατες συνέπειες).
Τα χέρια μου πάλεψαν κάποτε να με καταστήσουν αξιοπρεπή χειρώνακτα. Μαύρισαν, ρόζιασαν, τράχυναν. Τα άφησα να παιδεύονται ενόσω έπειθα τον εαυτό μου πως ήταν ένας ακόμη ρόλος… Με ακολούθησαν χωρίς να μου το κρατήσουν γινάτι. Τα ευχαριστώ, κι ας ψυχανεμίζομαι το δίκιο τους…
Στιγμές πάλι, τα χέρια μου έγραψαν λέξεις μόνα τους. Και ήταν λέξεις από την δική μου ιστορία. Τα χέρια μου με παράκουσαν για να μου δείξουν πόσα λάθη έκανα: πόση πίστη έδωσα κατά καιρούς σε ανθρώπους και σε σύννεφα του γιαλού αντί στους δικούς μου τένοντες· πόσο μακριά ξεδιπλώνονταν οι νύχτες τους από τις δικές μου· πόσο εύκολο ειναι να χαθείς στις ξένες νύχτες και πόσο πολύτιμα είναι τα δικά σου σκοτάδια. Και πόσο λίγη πίστη μού απέμεινε ακολουθώντας τον καιρό…

Advertisements