Κοιτάζω τη φλογίτσα του κεριού πάνω στο αριστερό μου ηχείο και σκέφτομαι μια ψυχή που ταλαιπωρείται κάπου εδώ δίπλα, στην ίδια πόλη, σε άλλη συναισθηματική επικράτεια. Σκέφτομαι ανολοκλήρωτες προσεγγίσεις και ολοκληρωμένες αποδράσεις. Η φλόγα του κεριού σκύβει, λες, κάθε τόσο προς το μέρος μου, σαν να θέλει να με πλησιάσει. Κι έπειτα πάλι κάτι την παίρνει μαζί του και αλλάζει τη ρότα της, μια ζερβά και μια δεξιά, θαρρείς ζυγιάζει τις μυστικές μας συγγένειες· ή αναρωτιέται προς τα πού αξίζει τάχα να πορευθεί κανείς. Τώρα σπάει τη μέση της και επιστρέφει πάλι. Ολόκληρα εν δυνάμει ταξίδια, που όμως δεν γίνονται ποτέ: σαν να ανακαλύπτει αίφνης πως είναι πάντα καρφωμένη στο ίδιο μικρό ρεσώ, πάνω στο αριστερό μου ηχείο· σταματά και αργοσβήνει με μια ηρεμία, μιαν αποδοχή που αποφασίζω να υποκλιθώ μπροστά της· μπροστά σε αυτήν την αποδοχή, μια γυναίκα που μοιάζει να την κατακτώ μέρα τη μέρα, χρόνο τον χρόνο, κι ας φουρτουνιάζει το μέσα μου αραιά και πού, κι ας λυγάει τη μέση της η μελαγχολία που ενοικεί εντός μου, σε βάθος χρόνου όλα θα ισορροπήσουν και πάλι, και εν τέλει θα αποδεχθούν την εντροπική γαλήνη που κρύβουν τα πράγματα.

Προς το παρόν τα ακούω να διαμαρτύρονται με μιαν αξιοπρεπή λυγμική μελωδία που ίσα ίσα ακούγεται. Πίσω κι από τη φωνή του Νικ Κέιβ που, σαν υπόγειο ρεύμα, κάτω από το γυαλάκι πάνω στο αριστερό μου ηχείο, υποτονθορύζει την απελπισία αυτής της δεσμώτισσας φλόγας: να χορεύει καρφωμένη στην πίστα ενός ρεσώ…
Οι κινήσεις της διαθλώνται στο γυαλάκι της βάσης. Θραύσματα φωτός αναρριπίζουν βίαια την κοιμισμένη ματιά μου, τη συνηθισμένη σε όλα από καιρό. Ο υποκειμενισμός μου κραδαίνει μπροστά στα μούτρα μου μιαν επιταγή υπογεγραμμένη παλιά. Απαιτεί τα χρωστούμενα…

Και η στρεβλή, ολόδική μου ματιά ανασυνθέτει τον κομματιασμένο γαλαξία της. Την γαλατένια πηγή της. Η μέχρι τα χθες απειλητική θολούρα της μοιάζει αίφνης καθησυχαστική… Κι οι έρωτες που κυνήγησες στα νιάτα σου, ψυχή μου, δεν ήρθαν ποτέ (όπως ήταν ευνόητο, άλλωστε…) Θραύσματα ερώτων μόνον στροβιλίζονται τώρα πια στη διαφάνεια του γυάλινου φωτεινού τείχους σου· ίσα να παραποιούν όσο χρειάζεται την αφόρητη πραγματικότητα, να την κάνουν να μοιάζει ιδιωτική γιορτή, μυστική σπονδή στο χθες που έλιωσε κι αυτό σαν κεράκι λες, ναι, μια φόρμα ήσουν ψυχή μου, μια βάση να φιλοξενηθεί για να μπορέσει να λιώσει με κάποιον θεατή ο χρόνος, για να αξίζει ο κόπος του…

Καιρός να προστατέψω κι εγώ το κεράκι μου. Αρκετοί άνεμοι το έκαναν να καίγεται όμορφα -και γρήγορα- με φευγαλέες κινήσεις και υποκλίσεις στο εφήμερο. Τραβάω τα χέρια από το πληκτρολόγιο και τα απλώνω προστατευτικά γύρω του. Του εύχομαι να καεί κάπως πιο αργά από δω και πέρα. Να μπορώ να το κοιτάζω και να κλέβω λίγο από αυτό που εκπέμπει στον αμφιβληστροειδή μου. Και που μοιάζει με ήρεμη αποδοχή, αν μη τι αλλο…
Το ταξίδι στο εδώ και τώρα είναι το κόλπο των ψυχιάτρων για να παρατείνουμε την όποια παρουσία μας. Το ταξίδι στο εδώ και τώρα είναι καλό, όντως… Επειδή δεν θα μπορέσουμε ποτέ να ταξιδέψουμε αλλού. Και δεν χρειάζεται, άλλωστε. Παντού το ίδιο είναι.

Advertisements