Διπλά εξόριστος, για μία ακόμη φορά: από τον κόσμο των υγιών-κανονικών που άλλα τους απασχολούν· και ταυτοχρόνως από τον κόσμο των ασθενών-περιθωριακών που άλλες κοινότητες αναγνωρίζουν… Αποδεκτός από όλους τους πορτιέρηδες, ενοχλητικός για όλους τους πελάτες· θύμα επικοινωνιακού ρατσισμού.

Επιστρέφω, απελεύθερος, στην εντός εστία. Θα ξοδευτώ κατ’ ιδίαν. Θα με κεράσω λικεράκι και θα πούμε τα νέα μας. Χωρίς λέξεις ανάμεσά μας – να μας βγάζουν μια γλώσσα που δεν είναι η γλώσσα μας. Χωρίς βοήθειες να γίνουμε λευκοί, άνδρες, επαρκείς, κανονικοί…
Κάθομαι απέναντί μου και με κοιτάζω στα μάτια: ηρεμώ, δεν χρειάζεται να κοιτάζω δέκα εκατοστά αριστερά καιροφυλακτώντας μιαν ακόμα εκπυρσοκρότηση καλών προθέσεων. Όταν θα αντέχω και πάλι τους ανθρώπους, θα βγω να χαρώ τα έργα τους, που πολύ, μα πάρα πολύ, μου αρέσουν. Μέχρι τότε θα ψάχνομαι: θα ψάχνουμε τις λέξεις που θα μπορέσουν να αφήσουν μιαν απόγευση από λικέρ που δεν θα είναι γλυκερό…

[Dear, I thought I’d drop a line, The weather’s cool, the folks are fine; I’m in bed each night at nine, P.S. I love you; Yesterday we had some rain, But all in all, I can’t complain; Was it dusty on the train? P.S. I love you. Write to the Browns just as soon as you’re able (they came around to call) I burned a hole in the dining room table, Now let me think, I guess that’s all; Nothing else for me to say, and so I’ll close, but by the way, Everybody’s thinking of you. P.S. I love you. Love you.]

Advertisements