Αυτήν την ώρα θα πρέπει να κάθεσαι στον καναπέ, στην ίδια θέση που σε θυμάμαι πάντα. Η μπεζ κουβέρτα θα σε ταξιδεύει πιο μακριά απ’ ό,τι μπόρεσαν ποτέ να σε ταξιδέψουν τα πόδια σου. Ή μάλλον, θα σκεπάζει τα πόδια σου (και το καλό και το χτυπημένο εξίσου) και θα σε ξαναπηγαίνει στους τόπους που εκείνα περπάτησαν κάποτε.
Θα πίνεις ζεστές σοκολάτες και θα σκέφτεσαι να βάλεις αλκοόλ, μα θα διστάζεις. Αλκοόλ χωρίς κάποια ψυχή τριγύρω να σε αναστατώνει; Μπορεί άραγε να μεθύσει κάποιος μόνο με αλκοόλ;

Θα έχεις ανάψει και κεριά. Ναι, εκείνα τα χωρίς αρώματα να αλλοιώνουν την ατμόσφαιρά σου. Θα ανάβεις τσιγάρο και αμέσως μετά, ακουμπώντας τον αναπτήρα στο τραπεζάκι, θα κοιτάζεις στοργικά τα φυτά σου. Αυτά που σε άντεξαν, εσένα και τον καπνό σου· την θολή ατμόσφαιρά σου. 

Τελευταία, φαντάζομαι, θα σπαταλιέσαι λιγότερο από παλιά. Θα φυλάς κάποια βράδια για την φωτεινή πλευρά σου, έτσι δεν είναι; Καλά, έτσι κι αλλιώς δεν περιμένω απάντηση… Πάει καιρός που σου μιλάω χωρίς να περιμένω απάντηση. Αστείο είναι, ε; Το αντίθετο απ’ ό,τι συνέβαινε όσο ήμασταν μαζί: τότε που μιλούσες μόνον εσύ χωρίς να απαντώ…

Τώρα θα κυλάς στη ζωή σου σαν ποταμός χωρίς μιαν όχθη, έναν σύντροφο να σε καθοδηγεί. Κυλάς μοναχικά πια. Αρκετά ρυάκια αγκάλιασες, αρκετές πηγές σε έθρεψαν. Τώρα κατηφορίζεις σαν να υπήρχε κάποιος χρόνος, κάποια ροή, κάποιο νόημα να συνοδεύει το ταξίδι σου για το μεγάλο Δέλτα. Δίχως όχθη, θα σπαταλάς τη ροή σου πότε πότε στα διπλανά χωράφια. Και μετά θα φτιάχνεις όχθες μοναχή με ό,τι εμπόδιο θα βρίσκεις πρόχειρο, όποιον όγκο γης δεν θα μπορείς να υπερβείς…

Κάποιες στιγμές θα σε χαλάει κάτι και δεν θα ξέρεις τι… Θα μαζεύεις την κουβέρτα, θα πλένεις τα δόντια σου και θα ξαπλώνεις. Ίσως αύριο…

Advertisements