…όπως όλοι μας, άλλωστε. Εδώ· ακόμα. Τριγυρνάω με χορτάτο στομάχι στους δρόμους που κάποτε διάβηκα νηστικός παραπατώντας. Γαληνεμένος, κοιτάζω τους κήπους που κάποτε με στοίχειωσαν. Σκύβω και, ανάμεσα απο κάγκελα που δεν υπήρχαν πριν, κόβω ένα λουλούδι και το ακουμπάω στο μάγουλό μου. Μυστήρια που ήσουν ζωή μου… Το αφήνω προσεκτικά στο ρείθρο και συνεχίζω τον περίπατό μου. Ελαφρύτερος, λες και τόνοι από μνήμες έχουν γίνει πούπουλα τελικά. Σαν λουλούδια θαρρείς, που αρμενίζουν στα πελάγη που κρύβουν πάντα τα ρείθρα. 

Από κάπου μπροστά μου ο αέρας φέρνει τους ήχους κάποιας γιορτής. Βαθειά μέσα μου οικτίρω όσους το στυλ τους δεν τους επέτρεψε ποτέ να πεινάσουν. Αλλά δεν θα ξεστομίσω τέτοια σκέψη: δεν αντέχει το ταλαιπωρημένο σαρκίο μου άλλες παρανοήσεις. Όταν φτάσω στην είσοδο της γιορτής θα χαμογελάσω, ίσως κάπως διφορούμενα, και θα θυσιάσω για μια φορά ακόμη τα πεινασμενα ορφανά μου: την επιθυμία μου για μοιρασμένες χαμηλές πτήσεις πάνω απο τις μητροπόλεις της ζωής, την ασφάλεια να γίνεσαι κομμάτια κάθε δεύτερη νύχτα, αριθμημένα κομμάτια που τα ξαναφτιάχνεις τυφλοσούρτη κάθε δεύτερο πρωινό. Όσα δεν αξιώθηκα, δηλαδή.
 
Είμαι όμως ακόμα εδώ. Λίγο πιο προσιτός, κατάφερα βλέπεις με τα χρόνια να μοιάσω στα άλλα παιδάκια, και αρκετά πιο αδύναμος από την εποχή που διεκδικούσα με δύσκολα μέτρα τη γη της διαφοράς. Με τις εξαρτήσεις μου πια να με συμβουλεύουν σαν τις νουνεχείς αδελφές που δεν είχα.
 

Κοντοστέκομαι έξω από την πάμφωτη βεγγέρα. Παράξενο: δεν νοιώθω πια ούτε την πικρή γεύση της σκόνης του δρόμου ούτε την αειφόρο αυτοκατάφαση της ζωής. Ίσως να είμαι λειψός. Ίσως. Μα και πιο ήρεμος από τον ολόκληρο που υπήρξα κάποτε. Απολαμβάνω στα μέλη μου το γλυκό μούδιασμα που άφησαν πίσω τους οι παλαιοί πυρετοί.


Τώρα θα μασήσω καλά και αργά το φαΐ μου, θα αγαπήσω το κελί μου και θα διαβάζω πολύ. Και εκείνο το χάραμα που θα με οδηγήσει στην πίσω αυλή θα είμαι έτοιμος. Θα είμαι επιτυχημένος· θα έχω επιτύχει τον στόχο που είχα πάντα χωρίς να το ξέρω: να είμαι έτοιμος τη στιγμή που πρέπει· να μην αιφνιδιασθώ, να μη μετανοιώσω, να μη λιποψυχήσω.
Μόνο με ένα ακόμα πιοτό (για το δρόμο) στο χέρι, και με το πείσμα μου εξαντλημένο μέχρι τέλους. 

Advertisements