Σήμερα περιδιέβην τους άδειους —επιτέλους— δρόμους. Καφές κι ένα τοστ. Τυλίχθηκα για ώρες με τις αράδες της Νεκυιομαντείας, κι ας είναι νωρίς ακόμη για τα Ανθεστήρια.
Στην τζαμαρία της καφετέριας η αντανάκλαση της ορφικής Περσεφόνης· με μόνο θυμίαμα τον καπνό του τσιγάρου μου, ανέσυρα: «εαρινή που χαίρεσαι με τις λιβαδίσιες πνοές / που φανερώνεις το ιερό σώμα με βλαστάρια χλωρόκαρπα, / που αρπαγμένη νυμφεύτηκες σε γάμους φθινοπωρινούς. / συ μόνη ζωή και θάνατος στους πολύμοχθους θνητούς».

Κρυμμένος και εκστατικός, μετέχω του ματαιωμένου έρωτος της Ημέρας με τη Νύχτα. Που, ενώ ζουν στον ίδιο οίκο, συναντώνται μόνον για λίγο στο χάλκινο σκαλοπάτι μέσα σε μια θολήν ασάφεια.

Advertisements