Απόψε έγραψα πολλά. Μα, δεν θα τα βάλω εδώ.

Εγραψα για τα επτά συν ένα χρόνια που πέρασαν από τότε που έψαχνα την Ευρυδίκη μου. Βγήκε μελό και με ντράπηκα… Εγραψα και για τους ανθρώπους που γλιστρούν σιγά – σιγά δίπλα και πέρα από τη ζωή μου· και για το δέρμα μου που δεν επουλώνεται πια όπως παλιά: αυτοί που φεύγουν αφήνουν στίγματα, τραχειά και κόκκινα (σαν αυτό το φεγγάρι που σταμπάρει απόψε το δέρμα της νύχτας και το κοιτώ σαν ξένο πόνο).
Αλλά έγραψα και για τον εαυτό μου, που μισεί τους πόθους του και ακυρώνει κάθε τους ενσάρκωση. Που μοιάζει να μου δίνει δυο μισές ζωές: μια να καίγεται και να λιώνει κρυφίως, και μια να κλώθει ένα όμορφο άδειο πουκάμισο. Θα συναντηθούν, ξέρω, αλλά εγώ θα είμαι εκεί να χαρώ τ’ αντάμωμά τους;
Δεν θα βάλω εδώ, λοιπόν, τίποτα δικό μου. Θα σημειώσω μόνον την ημερομηνία, να ξαναβρώ τον δρόμο να γυρίσω κάποτε. Μεθυσμένος, κατά προτίμησιν. Κάποια μέρα που, σακατεμένος, θα αλείφω λέξεις στις πληγές και θα γρατζουνάω ουλές που δεν ματώνουν πια, μήπως και βρω τον δρόμο μου στην κατηφόρα του χεριού μου.

Ενα τραγούδι μόνον θα αφήσω εδώ, να ιχνηλατεί -παράταιρο- τις νύχτες μου. Θα αγνοήσω τις πόζες των «καλλιτεχνών», θα κλείσω τα μάτια στα μπιχλιμπίδια που κουνάει ο νυχτερινός άνεμος στα βλέμματα των άνθρώπων και θα ψαύσω το φως μου στα παιχνίδια που μου παίζει ο αμφιβληστροειδής μου όταν κλείνω τα μάτια και συνουσιάζομαι με την σιωπή.   

(Θ’ αλλάξω ζωή / όνομα και πατρίδα / απ’ την αρχή / θ’ αρχίσω την παρτίδα / Στη διαδρομή / το παρελθόν σκορπάω / μια μουσική / καινούργια σου χρωστάω / Μην τρομάξεις αν χαθώ / μη με ψάξεις, θα σε βρω εγώ / μη με ψάξεις, θα σε βρώ / όταν θα ‘χω μάτια να σε δω  / μην ψάξεις / μην τρομάξεις / θα σε βρω εγώ / Κάνε μια ευχή / να μη χαθώ όπου πάω / μια προσευχή / να μάθω τι ζητάω / Στη διαδρομή / θα σβήσω ό,τι ξέρω / μια μουσική / καινούργια θα σου φέρω / Μην τρομάξεις αν χαθώ / μη με ψάξεις, θα σε βρω εγώ / μη με ψάξεις, θα σε βρώ / όταν θα ‘χω μάτια να σε δω  / μην ψάξεις / μην τρομάξεις / θα σε βρω εγώ…)

Advertisements