Σε καβάλησε η μουσική και σε κυρίεψε. Σου έβαλε το ποτήρι στο στόμα κι εσύ μετάλαβες ανήμπορος.

Ένα ζώο πάλλεται στα σκοτάδια του θώρακά σου. Ανήμερο, σε γρατζουνάει χαράζοντας κόκκινες λωρίδες στο δέρμα της αιχμαλωσίας του.

Δε βαριέσαι, λες μαγκωμένα, και οι αιχμάλωτες ζωές, ζωές είναι. Και οι βόλτες στο προαύλιο της καθημερινότητας, βόλτες είναι κι αυτές.

Μπορεί το αγρίμι να μην μπορεί να ορμήσει ούτε καν μέχρι τα κάγκελα του μυαλού σου, η κοιλιά του όμως πάλλεται πάντα καθώς φερμάρει τις διαδοχές της αιχμαλωσίας του. Στην φαντασία του, προσομοιώσεις εφορμήσεων πεισμώνουν. Κερδίζει ξανά και ξανά το αίμα που δικαιούται.

Η άλικη σκοτεινή γιορτή έχει αρχίσει καιρό τώρα. Εσύ, ακάλεστος, σκοτώνεις την ώρα σου ρίχνοντας πασιέντζες με εκείνη την παράξενη τράπουλα με τους πενήντα δύο μπαλαντέρ.

Advertisements