Κίτρινο. Και μεταξένιο. Το φουλάρι που έσφιγγε τον λαιμό της κυρίας Βούλας, της Αιγυπτιώτισσας αστρολόγου, ήταν κίτρινο και μεταξένιο. Η Εύα τράβηξε το βλέμμα της και προσπάθησε να το εστιάσει στον χάρτη που ατένιζε η κυρία Βούλα στην οθόνη της. Ο Ήλιος κι η Σελήνη ήταν κίτρινα κι αυτά στην οθόνη.

— Τα Φώτα σου…, άκουσε την ένρινη φωνή της κυρίας Βούλας να λέει. («Τα φώτα μου», σκέφτηκε η Εύα Χαμένου, «που έσβησαν τη νύχτα που έφυγε ο Μπάμπης…»)

— …ειδικά η Σελήνη σου στον Λέοντα… συνέχιζε κάπως συνεπαρμένη η κυρία Βούλα.

— Κυρία Βούλα, η σχέση μου με τον Μπάμπη έχει μέλλον; την διέκοψε η Εύα.

— Με τέτοιες σεληνιακές όψεις; Δε θα είμαστε καλά! της αντιγύρισε εντελώς σοκαρισμένη η έμπειρη αστρολόγος.

— Η Σελήνη μου, ε; αποτόλμησε να ρωτήσει καταπτοημένη η Εύα…

Η Σελήνη της. Πάλι αυτή… Δεν ταίριαζε βλέπεις με την Σελήνη του Μπάμπη Καμένου… Αλλά και με κανενός άλλου, εδώ που τα λέμε… Μόνο κάτι κακομοίρηδες της κάθονταν, που ούτε να τους φτύσει… Ήταν βλέπεις μια Σελήνη στον Λέοντα: αγέρωχη, απαιτητική. Του Μπάμπη η Σελήνη, πάλι, του Μπάμπη Καμένου, του μεγάλου, αγιάτρευτου έρωτα της Εύας Χαμένου, στον Σκορπιό εκείνη η Σελήνη, είχε άλλες απαιτήσεις: το αρνητικό της φωτογραφίας του κόσμου, έλεγε το βιβλίο που είχε διαβάσει κάποτε. Ναι, η σχέση της με τον Μπάμπη Καμένο, τον δημοσιογράφο με το θεληματικό πιγούνι που δεν ήξερε πού ήθελε να πάει στη ζωή του, δεν πήγαινε καλά τελευταία. Η Εύα Χαμένου ήθελε μια σχέση ζεστή, έναν άντρα-σύντροφο να της κρατά το χέρι στα δύσκολα της ζωής. Ο Μπάμπης, πάλι, ήταν πρόθυμος να της κρατά το χέρι, αρκεί να το άφηνε κάθε τόσο για να της πιάνει το βυζί. Την Εύα την άφηνε κάπως διχασμένη αυτή η εναλλαγή…

Μπορεί να μην είχε εμπιστοσύνη στους αστρολόγους, μπορεί να δυσκολευόταν να παρακολουθήσει τον ελαφρώς παραληρηματικό λόγο της κυρίας Βούλας, μπορεί τα λόγια των αστρολόγων να έμοιαζαν κινούμενη άμμος, αλλά κάπου στο βάθος ένιωθε πως κάτι υπήρχε εκεί…

Η κυρία Βούλα εν τω μεταξύ συνέχιζε απτόητη: κάποιος κακεργέτης εποφθαλμιούσε τα ψυχικό σθένος της Εύας, αλλά και την πίστη του καλού της. Μια ντάμα κούπα, ο πέμπτος οίκος και ο κυβερνήτης του, κάποιο αόριστο μεσοδιάστημα (ανάμεσα στην Εύα και τον Μπάμπη άραγε; ή ανάμεσα στην Εύα και την κυρία Βούλα;), κάποιος καρμικός δεσμός (άντε πάλι… τι μπαλαντέρ κι αυτό το κάρμα…), όλα είχαν γίνει κουλουβάχατα στο μυαλό της Εύας Χαμένου.

Ήταν δύσκολες οι τελευταίες ημέρες για την Εύα. Και αφαιρέθηκε πάλι: η αλήθεια είναι ότι πολλοί αστρολόγοι της φαίνονταν κάπως  βλαμμένοι. Κάποιες φορές η Εύα αναρωτιόταν μήπως κάτι δεν πάει καλά µ’ αυτήν. Τι στο διάολο είναι όλοι αυτοί που περιστοιχίζουν την καινούργια διαδρομή της, τα καινούργια ενδιαφέροντά της; Λίγο αστείοι τύποι, συμπαθείς βέβαια, αλλά εμφανώς προβληματικοί. «Τι δουλειά έχω εγώ µ’ όλους αυτούς;» σκεφτόταν τότε.

Την ενοχλούσαν οι γλυκεροί τόνοι  φωνής που μοιράζονταν όλοι τους, οι ανελέητες κοινοτοπίες με την πατίνα βαθύτητος που αντάλλασσαν, πεισματικά θαρρείς, οι ελαφρώς υστερικές γνώσεις τους για το «εγώ» της Εύας. Από την άλλη, χτύπαγαν φλέβα συχνά πυκνά… Η Εύα είχε ήδη χαθεί στις μνήμες που η λέξη «Φεγγάρι» είχε διεγείρει εντός της. Η αυστηρή μορφή του πατέρα της, του Πέτρου Πατέρα με τ’ όνομα, την έκανε να μαζευτεί στην πολυθρόνα του κιτς σαλονιού της κυρίας Βούλας.

— Και συνηθίζεις να αγνοείς…, άκουσε σαν από πολύ μακριά τη φωνή της κυρίας Βούλας.

Ναι, συνηθίζω. Η Αήττητη Συνήθεια. Η Εύα Χαμένου είχε καταλάβει εδώ και καιρό πόσο δεσπόζουσα είναι η θέση της Συνήθειας στην ζωή της. Και των άλλων γύρω της, δηλαδή, αλλά η Εύα ήταν πολύ στριμωγμένη τελευταία για να ασχοληθεί με τις Συνήθειες των άλλων. Αργότερα, ίσως, όταν θα είχε βάλει κάποια τάξη στα δικά της.

Και οι αυτιστικοί αυτοματισμοί. Α, ναι, βέβαια. Πόσο δεν ελέγχει το αυτόματο που παίρνει κεφάλι μόλις κάτι πατήσει το κουμπί της…

Κάτι στην ατμόσφαιρα. Κάτι σαν υγρό περίβλημα θάλπει μιαν Εύα βαθιά κρυμμένη μέσα στην άλλη Εύα, υγρό και διαφεύγον…

— Με ακούς κορίτσι μου; Η κυρία Βούλα επανέφερε την Εύα Χαμένου στο αδυσώπητο παρόν. Είχε πληρώσει και έπρεπε να βγάλει άκρη, εδώ στο σαλονάκι κάποιας Αιγυπτιώτισσας, με την ζωή της — και ίσως και με τον Μπάμπη.

Τον αγαπούσε τον Μπάμπη… Αλλά ήταν τόσο ανώριμος γαμώτο…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ (αλλιώς…)

Advertisements