Είσαι ηµερολόγιο εσύ, γαµώτο σου; Δεν µου εκµαιεύεις τίποτα εδώ και καιρό… Σου αντιστέκοµαι, κι εσύ κάθεσαι σιωπηλό παράµερα. Πεισµωµένο, θαρρείς. Τι θα αφήσω πίσω µου, αφού κι εσύ ακόµα µε αφήνεις να ξοδεύοµαι, ούτε συ δεν µε τραßάς πια από το µανίκι; Εντάξει, έχει την πλάκα του: ßλέπω τα πράγµατα να φεύγουν — κι ας ψυλλιάζοµαι πως εγώ αποµακρύνοµαι. Λέω, «Κοίτα αυτό το λιµάνι! Τι του έκανα και αποµακρύνεται;» Και µετά αναρωτιέµαι, δήθεν αθώος: «Λες να είµαι εγώ που σαλπάρω;»

Έστω. Ας είναι… Και για πού τραßάω; Αραγε θα ξαναγυρίσω ποτέ εδώ, σε αυτά τα µέρη, να ξανακάνω απολογισµούς, να ßαυκαλισθώ πως µπορώ να ξαναρχίσω από την αρχή; Κι αυτά τα µαύρα νερά κάτω από την πλώρη µου ποια µυστική αλήθεια µου άραγε να κρύßουν; Και, όταν κάποιος είναι έτοιµος για το ßασίλειο της Περσεφόνης, άραγε το ξέρει ή πηγαίνει ανυποψίαστος;

Φοßάµαι; (Ή δεν µε νοιάζει;…)

Ένα ξέρω σίγουρα: πόσο τελικά αγαπώ τα µαδέρια που µε κράτησαν σε αυτό το πέλαγο, µετά που ναυάγησα. Και πόσο έγινα «εγώ» µετά το ναυάγιό µου· πόσο ήµουν άλλος, ένα ανίδεο παιδάκι, πριν ναυαγήσω σε αυτές τις ξέρες. Τώρα είµαι αυτή η αφή, η ουσία µου έγινε ένα µε αυτές τις σκλήθρες· και οι δικές µου σκλήθρες, οι ρόζοι που έµειναν στο δέρµα µου από τις κουτουλιές της ζωής µου, αφοµοιώθηκαν στις άκριες αυτού του κόσµου, γωνιάσανε και πακτώσανε σε µιαν αόρατη εφαπτοµένη χωρίς να ακουστεί ποτέ το ανακουφιστικό κλικ που φανταζόµουν µικρός…

Εντάξει κι αυτό. Μόνον αυτή η αρµύρα, θε µου… Ποτέ δεν την έκανα δική µου. Ψήθηκα στην αρµύρα του κόσµου σου, µάρτυς µου οι ουλές µου, έµαθα να αντέχω, µα δεν ξεδίψασα ποτέ. Φαρµάκι έµενε στον ουρανίσκο πάντοτε…

Ας είναι… Αξίζει και το «Λίγο Ακόµα» αυτού του κόσµου.

Α, ναι! Και αυτό το «Ακόµα Εδώ» που κατέλαßε κάµποσες φορές το είναι µου. Πόσο όµορφο είναι… Σε αυτό είµαι πάλι: Ακόµα εδώ — µε κάποια έκπληξη, σαστισµένος µε την ευπαθή επιµονή της ζωής που κρύßω ακόµα µέσα µου, µισογελάω µε τον εαυτό µου που προχωρά σα σκυλί που τραßάει δρόµο, τάχα µου αφοσιωµένο, χωρίς να κοιτάζει γύρω: σαν να έχει προορισµό.

Εδώ: ώρες όµορφα, ώρες αφόρητα. Και µε µιαν αδιόρατη ενοχή που καθυστερώ…

Αλλά, παρασύρθηκα… Εσύ τι είσαι; Δηµόσιο ηµερολόγιο; Λυσσασµένος ναρκισισµός; Ξεφτίδια µιας παραιτηµένης, άχρηστης γνώσης, κλεισµένης επιπόλαια σε ένα θολό µπουκάλι;

(Μετά από όλα αυτά, µπορώ να το πω: Δεν έφταναν οι έρωτες, καρδιά µου, δεν χορταίνει ποτέ η καρδιά από πάθη. Και δεν φτουράνε για ολόκληρη ζωή…)

Advertisements