Ανοιξα πριν λίγο το ημερολόγιό μου να δω τι είχε να μου πει πάλι σήμερα. Και μου μίλησε: «Άλλη μια μέρα παρακολούθησες τους ανθρώπους να περιφέρουν προσομειώσεις χαράς και να ανεμίζουν “συναισθήματα” σαν φλάμπουρα.
Δειλινό πια τώρα, και ξεπλένεις την ψυχή σου από την τοξική φασαρία των ανθρώπων. Ο ήλιος γέρνει — και ο ορίζοντας μοιάζει να σου κλείνει το μάτι με τον μισό ήλιο του να μετεωρίζεται για λίγη ώρα (σαν να σου γνέφει: “Κατάλαβες;”).
Ανοίγεις μια μπύρα, ανάβεις τσιγάρο, μισανοίγεις την καρδιά. Φθορά η ζωή, και την ακολουθείς με βουβή χαρά.

Ναι: η Μ. έχει καρκίνο. Είναι σοκαρισμένη. Ακόμα. Ηθελες, αλλά δεν μπόρεσες να της πεις, πως οι πόνοι μας είναι ευκαιρίες (Σκουπίδια του κόσμου, οι άνθρωποι που δεν πόνεσαν — κι από όσους πόνεσαν, μόνον εκείνοι που κατάλαβαν ομόρφυναν).

Αν αξίζει τον κόπο όλο αυτό το κοσμικό κόλπο; Δεν ξέρεις. Παίζεις, όμως. Με όποιο φύλλο κρατάς στο χέρι σου… Ανασηκώνεις λίγο την άκρια της κάρτας σου και κρυφοκοιτάς την μοίρα σου κάθε τόσο. Κι ας φαίνεται καθαρά στο πράσινο ντεκόρ της τσόχας της κόσμου: θες να το επιβεβαιώσεις…»

(Μ., γλυκειά μου, χτύπα το φύλλο σου. Μην πας πάσο. Και, αν χρειαστεί, μπλοφάρισε, καλή μου.)

Advertisements