Τα βράδια ξαπλώνει δίπλα της ενόσω εκείνη κοιμάται.
Ψάχνει κάτω από τα σκεπάσματα το χέρι της και το σφίγγει ελαφρά. Μέσα στο ξετύλιγμα κάποιου ονείρου της, εκείνη αντανακλά το σφίξιμό του και μετά συνεχίζει μόνη στον δρόμο του ασυνειδήτου της. Ενας τένοντας, κάποιο νεύρο της, δεν είναι πια μόνα τους: έχουν απορροφήσει την αίσθηση πως μπορείς να κρατηθείς από κάπου.
Γιατί δεν υπάρχει τίποτα άλλο — θα ‘πρεπε να το ξέρεις. Μόνον κάποια θραύσματα πίστης που ελλοχεύουν σε μυστικές μνήμες.
Και κάποια χέρια. Λιγοστά.
Χέρια που δεν κρατούν συναισθηματικές συναλλαγματικές. Χέρια που έμαθαν να αιωρούνται χωρίς ν’ ακουμπούν πουθενά. Να ακροβατούν, κρυμμένα σε τσέπες με μηδενική βαρύτητα.
Ναι, καλά το ψυλλιαζόσουν: είναι τα χέρια εκείνων (των λίγων) που ξέρουν πως κανένα χέρι δεν μπορεί να κρατήσει κανέναν. Που, χωρίς να πιστεύουν, απλώνουν (απλώς) το χέρι να κρατηθεί όποιος πιστεύει ακόμα. Και ακουμπούν (μόνον) το χέρι όσων λιποψυχούν.
Κι ας παρεξηγούνται ως Πιστοί της Ζωής. Δεν πιστεύουν σε τίποτα: κάνουν «κάτι». Κάτι που να μην είναι παιδικό, επιτέλους. Απλώς μεγαλώνουν.
Χωρίς αντάλλαγμα. Χωρίς η πικρία τους να σκεπάζει την Ελλειψή μας.
Και χωρίς να εκλαμβάνουν τίποτα ως δεδομένο. Ούτε καν τον επόμενο χτύπο της καρδιάς τους.
Αλισάχνη αφήνουν πίσω τους καθώς αποτραβιούνται τα νερά που τους έφεραν ως εδώ.

Advertisements