«Θέλω τα μάτια της να τα ξεχάσω». Ετσι λεγόταν το τραγούδι που έπαιζε στο μπαρ όταν μπήκαμε εγώ, η Δέσποινα κι ο Μιχάλης. Παραταχθήκαμε στον πάγκο, πειθήνιοι θαρρείς. Τοις ένδον ρήμασι πειθόμενοι, σα να λέμε. Εγώ βούτηξα παρευθύς στα νερά που έκανε η σκούρα καφέ επιφάνεια του πάγκου. “Δεν πρέπει να κολυμπάς άμα έχεις πιει”, σκέφτηκα και χαμογέλασα.
Η Δέσποινα δίπλα φλερτάριζε αγωνιωδώς τον Μιχάλη. Ο Μιχάλης έσκυβε και της μιλούσε στο αυτί. Αν ήξερα καλά τον Μιχάλη, ήταν κακό σημάδι αυτό: της έλεγε πράγματα που δεν ήθελε ν’ ακουστούν δυο σκαμνιά παραπέρα. Αλλά δεν ήμουν και σίγουρος.
Φυστίκι. Νερά — στον πάγκο και στο δέρμα. Κάνει νερά, ναι.
Είχαμε πιει πολύ, ήταν το τρίτο μαγαζί που πάσχιζε φιλότιμα να ταιριάξει μαζί μας. Αγέρωχοι εμείς, τους είχαμε δώσει αρκετές ευκαιρίες. Ίσαμε τρεις-τέσσερις στο καθένα…
Κάποια στιγμή, η Δέσποινα σα να ξελαμπικάρισε κάπως: «Γιατί ßρισκόµαστε εδώ πέρα;».

«Γιατί ßρισκόµαστε εδώ πέρα;» επανέλαβα σαν ηχώ. «Ελα ντε… Και εβδομήντα χρόνια, όχι αστεία…»

Η Δέσποινα με κοίταξε με μια κάποια απέχθεια. Προσβεβλημένη. Εσπρωξα το ποτήρι μου και παράγγειλα άλλα τρία από τα ίδια.

Δεν είναι εύκολο ν’ αλλάξεις μια ψυχή. Καθόλου εύκολο. Χαζά ερωτήματα θα την πιλατεύουν έτσι κι αλλιώς. Είναι στη φτιάξη τους.

[Συνεχίζεται;]

Advertisements