Λες πως εσύ δεν συνάντησες κενό στη ζωή σου, πως σηκώνεις πάντα τον γιακά και προχωράς. Δεν επέμεινες αρκετά, φίλε μου…

Τώρα μουτζουρώνεις χαρτιά. Γράφεις λέξεις, πλουμίδια φράσεων ελαφρώς πλανημένων. Συχνά οι λέξεις σου ζωντανεύουν. Περιπλανώνται στον αέρα του δωματίου σου. Κάποιες φορές μάλιστα διαφεύγουν από το ανοιχτό παράθυρό σου στην καλοκαιρινή νυχτιά, που παραμονεύει εκεί έξω διψασμένη για τέτοια λεκτοπλάσματα.

Υπάρχουν και οι άλλες: λέξεις που νόμισες πως τιθάσευσες, φράσεις – χάμουρα όσων ατίθασα και άλογα σας χώριζαν. Τις άπλωσες, γέφυρες που ταλαντεύονταν (θαρρείς από ανυπόμονη λαχτάρα για συναντήσεις). Και μετά τις ξανάκουσες από το στόμα της, αγνώριστες, να σε περιγελούν βγάζοντάς σου μια γλώσσα ξένη, ανοίκεια.

Μα εξακολουθείς να γράφεις, να μιλάς, να φλυαρείς. Στο κατόπι λέξεων, με μια ξηλωμένη απόχη. Κι όλα αυτά, για να αποφύγεις τον συναισθηματικό πολτό που ανάδεψε μέσα σου κάποιο τραγούδι…

Advertisements