Αύγουστος. Ο τεσσαρακοστός όγδοός μου.

Στην μπάζα μου, από τους καλύτερους. Ισως λειψός σε πάθη (που άλλοι, παλαιότεροι, από τους Αυγούστους μου είχαν περίσσεια να κάνουν καλή αγορά), αλλά μπορώ να υπολογίζω σε μερικά χαρτιά μου να υποστηρίξουν τον διπλανό παίκτη, να βάλουμε στη μέση τον αιώνιο νικητή, να του κερδίσουμε μερικούς γύρους: πριν πάρει πρέφα πως είμαστε κι εμείς σαν τους άλλους…
Εντός, εντούτοις, λαθροβιούν κάτι δύσκολοι περασμένοι Αύγουστοι. Το αίμα να κυλά χωρίς πυξίδα να δείχνει τον δρόμο για την καρδιά, οι αρτηρίες να δέχονται τα πάντα, σαν αδιέξοδα κι αυτές που δεν διαλαλούν με πινακίδες την ταυτότητά τους, που σε προκαλούν να ανακαλύψεις μοναχός το τέρμα χωρίς τέλος που σου επιφυλάσσουν…   
Ξεβολεύτηκα. Πολλές φορές. Ισως και να το παράκανα, μάλιστα — ως συνήθως άλλωστε. Ηταν δύσκολα τότε. Το αίμα μας έτρεχε μέσα μας πιο γρήγορα από μας τους ίδιους. Οχι πως δεν θέλαμε να τρέξουμε κι εμείς· δεν ξέραμε κατά πού, όμως.
Και όχι κι ότι μάθαμε τελικά. Κάποιες φορές συγκρατήσαμε τα πόδια μας, αγέρωχα συνετοί, κάποιες άλλες ροβολήσαμε ανηφόρες και κατηφόρες: είτε χαρμόσυνα, είτε με τα δόντια σφιγμένα. Αλλά πάψαμε πια να κάνουμε ανόητες ερωτήσεις. Μερικοί από μας, τουλάχιστον. Κι ακόμα λιγότεροι, ησυχάσαμε (και λυτρωθήκαμε). Τρόπος του λέγειν, ίσως και τρόπος του ζην.
Απλώς κάποιοι από μας, είναι η αλήθεια, δεν θα ησύχαζαν «πετυχαίνοντας» όπως οι άλλοι. Ο σωστός δρόμος, για κάποιους (έστω κι ανοίκειος δρόμος…) ήταν και είναι η «αποτυχία». Μια ευκλεής αποτυχία, φυσικά,  δικαιωμένη εντός με τρόπο που να αντιστέκεται επαρκώς στις συνήθεις αστυνομίες νευρώσεων.

Μια φίλη προτίμησε προχθές την έννοια «αναψυχή» από εκείνην της «διασκέδασης». Φοβόταν άραγε το σκόρπισμα που υποδηλώνει η δεύτερη; Το υποτιμούσε; Διεκδικεί, άραγε, μια καινούργια ή, έστω, ανανεωμένη ψυχή; Υποχωρεί στην επίκαιρη κυριαρχία του λίφτινγκ, με έμμεσο, δικό της τρόπο; Δεν ξέρω, και δεν βιάζομαι. Εμαθα να μην βιάζομαι, εκείνους τους δύσκολους Αύγουστους που μου επεφύλαξε η ζωή μου. Εμαθα πως υπάρχει συχνά ένα αύριο όπου τα προβλήματα του σήμερα απλώς παύουν να ενοχλούν. Υπάρχουν πάντα, ποτέ δεν εξαφανίζονται αυτά, έτσι και εμφανισθούν θα λαθροβιούν για πάντα. Απλώς παύουν να έχουν σημασία σε κάποια στροφή του χρόνου (και τα αντικαθιστούν άλλα).

(Α, ναι, και πόσο κουραστικό είναι να εισπράττεις στο ταμείο της ψυχής σου ανθρώπους γύρω σου να γκρινιάζουν. Πιλατεύουν το ποσόν πικρίας που διύλισες εντός σου χρόνια τώρα, αποπροσανατολίζουν και το λαγούμι που σκάβεις να ξαναγεννηθείς μέσα από δικό σου κόλπο. Αλλον από της μάνας σου, με μόνο σκαφτήρι την μήτιν σου να διαβρώνει τα κοινά, πανάρχαια υλικά.
Η τσόχα πράσινη πάντα, το κόλπο σου φτηνό, κι ας το πληρώνεις ακριβά.
Τουλάχιστον κάν’ το με εκείνη την ηρεμία του ανθρώπου που συνάντησε μεγάλες αντιφάσεις, τις έζησε και τις διάβηκε τελικά.)
 

[I’ll be damned
Here comes your ghost again
But that’s not unusual
It’s just that the moon is full
And you happened to call
And here I sit
Hand on the telephone
Hearing a voice I’d known
A couple of light years ago
Heading straight for a fall

As I remember your eyes
Were bluer than robin’s eggs
My poetry was lousy you said
Where are you calling from?
A booth in the midwest
Ten years ago
I bought you some cufflinks
You brought me something
We both know what memories can bring
They bring diamonds and rust

Well you burst on the scene
Already a legend
The unwashed phenomenon
The original vagabond
You strayed into my arms
And there you stayed
Temporarily lost at sea
The Madonna was yours for free
Yes the girl on the half-shell
Would keep you unharmed

Now I see you standing
With brown leaves falling around
And snow in your hair
Now you’re smiling out the window
Of that crummy hotel
Over Washington Square
Our breath comes out white clouds
Mingles and hangs in the air
Speaking strictly for me
We both could have died then and there

Now you’re telling me
You’re not nostalgic
Then give me another word for it
You who are so good with words
And at keeping things vague
Because I need some of that vagueness now
It’s all come back too clearly
Yes I loved you dearly
And if you’re offering me diamonds and rust
I’ve already paid

1975]

Advertisements