Απόψε άκουγα το «Bird on the wire». Γεμάτο το νετ… Ομως, όταν προχώρησε η βραδιά, επέστρεψα σε αυτές τις τρεις εκδοχές του τραγουδιού που ακολουθούν.

[Ναι, το συνηθίζω να ακούω ξανά και ξανά το ίδιο τραγούδι. Όσοι τυχαίνει να βρεθούν δίπλα μου πιστεύουν πως αφήνομαι σε κάποια διαδικασία ανάλογη των πάουερ πλέυ των ραδιοφωνικών σταθμών. Που σου γανώνουν τ’ αυτιά δίκην λοβοτομής με τις ίδιες νότες: το σκυλί του Παβλώφ ως ιδανικός ακροατής. Δεν είναι αυτό, όμως… Αλλοι πάλι πιστεύουν, το διαισθάνομαι, πως πρόκειται για την κλασική εμμονή του μεθυσμένου. Ούτε αυτό είναι…
 
Ισως να περικυκλώνω το τραγούδι: ενεργός εκ νέου, το ακούω με νέο αυτί, με την ανανεωμένη παθητικότητα του παραλλαγμένου ακροατή κάθε φορά. Μια μικρή τζούρα αθανασίας: σαν τον Σίσυφο του Καμύ, πολλαπλασιάζω αυτό που δεν θα μπορέσω να ενοποιήσω ποτέ. Σαν «γαμώτο» και σαν ιδεοληπτική προσευχή. Είμαι εγώ σε διαφορετικές εκδοχές μου που ξανακούει απ’ την αρχή, είμαι εγώ, ο ίδιος πάλι, σε συμπληρωματικές χρονικές στιγμές του βίου μου, είμαι Εκείνη κάποιες στιγμές, είμαι Άλλος αμέσως μετά…

Ξανά, λοιπόν: ας ακολουθήσουν κι οι λέξεις μου την γλυκειά επανάληψη. Οχι εκείνην του μωρού που γιορτάζει το Αναμενόμενο χτυπώντας τα χεράκια του. Οχι… Ας γίνουν οι λέξεις μου μοτίβα, ηχητική μυσταγωγία του πλάνητα που καθυστερεί σε παραλλαγές, που διεκδικεί το ακόμα μια φορά νέο, στο φθαρμένο.

Υπάρχουν άνθρωποι (κυρίως γυναίκες) που θέλουν τα πάντα να είναι καινούργια. Συνεχώς. Κάθε τραγούδι της ζωής τους να ακούγεται για πρώτη φορά, κάθε πουλί να κάνει το ντεμπούτο του και κάθε ακροατής να γεννιέται ροδαλός εκείνην ακριβώς τη στιγμή, με την πρώτη νότα (αλλά και να μην πεθαίνει με την τελευταία νότα, την τελευταία λέξη του…)
Θα τους έχεις συναντήσει κι εσύ, φαντάζομαι.]

 
Απόψε λοιπόν, το τιρμπουσόν μου προσπέρασε πολλές εκδοχές αυτού του τραγουδιού. Εύκολα, σαν να συναντούσε φελιζόλ στο διάβα του. Και χτύπησε τρεις φορές ρεύμα στο χέρι που το πίεζε. Και αυτήν τη φορά έτυχε να είναι τρεις άντρες. Σπάνιοι, καθένας με τον τρόπο του.


 

Like a bird on the wire,
Like a drunk in a midnight choir
I have tried in my way to be free.
Like a worm on a hook,
Like a knight from some old fashioned book
I have saved all my ribbons for thee.
If I, if I have been unkind,
I hope that you can just let it go by.
If I, if I have been untrue
I hope you know it was never to you.

Like a baby, stillborn,
Like a beast with his horn
I have torn everyone who reached out for me.
But I swear by this song
And by all that I have done wrong
I will make it all up to thee.
I saw a beggar leaning on his wooden crutch,
He said to me, you must not ask for so much.
And a pretty woman leaning in her darkened door,
She cried to me, hey, why not ask for more?

Oh like a bird on the wire,
Like a drunk in a midnight choir I have tried in my way to be free.

Advertisements