Κι έτσι, λοιπόν, έφτασες ως εδώ. Μ’ αεροπλάνα, με βαπόρια, και με τα πόδια σου. Θέση στον κόσμο δεν βρήκες. Μου λες πότε – πότε (σαν είσαι μεθυσμένος, συνήθως) πως κρατάς κάπου ημερολόγιο, όχι για να ξαναβρείς τα ίχνη των ημερών, μα για να γίνει το γαμώτο σου στιλπνό και ιριδίζον. Ναι, χρησιμοποιείς μετοχές όταν πίνεις. Είναι ο τρόπος σου να μετέχεις, να γιορτάζεις, κι ας έχεις το κουσούρι να υπονομεύεις κάθε μέθεξη που θα σου τύχει. Σε βλέπω· είσαι χαρτί που στροβιλίζει ο άνεμος — δεν είναι ο άνεμος που σε κάνει να τρέμεις, είναι μην τυχόν οι λάσπες που μάζεψες σβήσουν το μήνυμα που μεταφέρεις. Χαρτιά, μυριάδες, στροβιλίζονται σε κάθε πνοή του ανέμου. Λόγια κουτουλάνε σε άλλα λόγια, εικόνες σβήνουν άλλες εικόνες και ήχοι καταβροχθίζουν πείσμονες σιωπές. Μαίνεται η θύελλα εκεί έξω, κι εσύ προσπαθείς ακόμα να εντοπίσεις τους ψιθύρους του καλσόν της.

Κάθεσαι δίπλα μου στην μπάρα κι απόψε, και δεν μου πολυδίνεις σημασία, ως συνήθως. Αλλά ξέρω πως με έχεις ανάγκη: ξέρεις πως σε ακούω. Υγραίνεις τα δάχτυλά σου στον ιδρώτα του ποτηριού και χαϊδεύεις το λούστρο του ξύλου. Σαν να χαράζεις κάποιον υγρό δρόμο. Τον ακολουθώ. Δεν έχω κι άλλον, άλλωστε.

Advertisements