…που κατακερματίζονται σε ασύνδετα καρέ (ατάκτως εριμμένα κάτω από το τραπέζι του Υψίστου Μοντέρ). Οι «άνθρωποι που καμώνονται τους αξιοθέατους» δεν συγκρατούν ούτε καν τα μετεικάσματα  του ναρκισιστικού συνεχούς τους:

«28. Η εύθρυπτη κριτική

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗ

Ολοένα συχνότερα η συγγραφή λογοτεχνικών κειμένων (μυθιστορημάτων, κατά κύριο λόγο) περιορίζεται στην αναπαραγωγή ενός μοντέλου σχεδιασμένου σύμφωνα με τις νόρμες μιας πολιτιστικής βιομηχανίας, ολοένα συχνότερα εσωτερικεύει ως μέθοδο εργασίας την προοπτική αναδιανομής του (κατ’ επίφασιν) λογοτεχνικού προϊόντος, το οποίο εφεξής αξιολογείται (και έτσι παρασκευάστηκε εξαρχής) ως προς την ταύτισή του με τη θεαματική του επιφάνεια: η λάμψη του έργου ανήκει πια στο εμπόρευμα, όχι στο στυλ. Εντείνεται κατά συνέπειαν η παράλληλη παραγωγή συγγραφέων-δίχως-λογοτεχνία, φυγοκεντρισμένων όπως τα γιαούρτια χωρίς λιπαρά, συγγραφέων οι οποίοι καλούνται να εγγραφούν στην προκατασκευασμένη δημόσια εικόνα του ”επιτυχημένου συγγραφέα”, να διαμορφωθούν κατ’ εικόναν του ομογενοποιημένου κοινού τους: Η λογοτεχνία γίνεται κάτι έκτοπο, καθώς σαν παράδοξη εφαρμογή της αρχής του Αρχιμήδους εκτοπίζεται από ίσον όγκο απομιμήσεών της, και καταλήγει απορριπτέα, καθώς οι νέες χρήσεις του λογοτεχνικού προϊόντος αναδεικνύουν την έλλειψη λογοτεχνικότητος σε πλεονέκτημα: Προωθείται κυρίως ένα είδος αναλώσιμης πεζογραφίας, η οποία δεν δημιουργεί όρους ανάγνωσης έργου.

Μαζικά προσλαμβανόμενη, διαμορφώνει γούστο. Εξαγώγιμη εκ συστάσεως, μεταμφιέζει την πτώχευσή της σε μεταφρασιμότητα και εν μέσω πανηγυρισμών διαχέεται ως -τυποποιημένο- δείγμα τού τι γράφεται στην Ελλάδα σήμερα. Τέλος, επανεισάγει υπό μορφήν συνταγής την αφεύκτως χαμηλή της ποιότητα, οπότε ”πουλάει” διπλά. Αυτό το πλέγμα παραγωγής και διανομής απαιτεί εξελιγμένο marketing, επιτυχές υπό τον όρο ότι θα υποδύεται τη λογοτεχνική κριτική: Ο καταναλωτής πρέπει να διατηρήσει τη διπλή ψευδαίσθηση ότι εξακολουθεί να διαβάζει λογοτεχνία.

Μιλώντας για κριτική, είμαστε υποχρεωμένοι να λάβουμε υπ£ όψιν αυτό το ομοίωμα, μολονότι η ισχύς του απορρέει από την άρση της μείζονος προϋπόθεσης κάθε κριτικής: Στην ανάγνωση υποκαθίσταται εφεξής η εγκεκριμένη χρήση της λογοτεχνίας. Κι επιπλέον, ίσως έχει ήδη εγκαταλειφθεί η ίδια η υλική συνθήκη της ανάγνωσης: ο ”γραπτός λόγος”, το κείμενο. Η υποτιθέμενη κριτική της λογοτεχνίας μετατρέπεται ήδη σε θέαμα της κριτικής, κι αυτό δεν σημαίνει ότι εξέλιπαν τα κείμενα για βιβλία και συγγραφείς, σημαίνει ότι ολοένα περισσότερα κείμενα δήθεν κριτικής προκύπτουν ως γραπτές εκδοχές ενός νέου, ”τηλεοπτικού” (χρησιμοποιώ τον όρο χάριν συντομίας) ιδιώματος, δηλαδή μεταγράφουν σε στιλ -και εκείθεν στο ηθικό ισοδύναμό του- μιαν ολωσδιόλου νέα, εφιαλτικά ταυτισμένη με την ”κλειστή” εικόνα της, πραγματικότητα. Οι αναγνώστες εντύπων τα οποία αναπαράγουν και νομιμοποιούν αυτήν την πραγματικότητα (προσποιούμενα ότι την καταγράφουν) θα αναγνωρίσουν τα μικρά κλικ της ρητορικής: τις διαρκείς ανακοπές, την αγχώδη μετάβαση, τις ”φρασούλες” (μαύρες τρύπες του δημόσιου λόγου), θ’ αναγνωρίσουν την ταυτολογία, την πρόχειρη σκέψη – τη σύνταξη της γλώσσας των διαφημίσεων… Δεν πρόκειται ωστόσο -το είπαμε- για κείμενα που ορίζουν από μόνα τους τα περιθώριά τους, που διεκδικούν δηλαδή τις διαφορές τους από την κριτική της λογοτεχνίας ή που επιθυμούν να τα διαβάσουμε σε άλλη σύμφραση, ειδάλλως θα ήταν εύκολο να τα κατατάξουμε εκεί όπου ίσως όντως ανήκουν: στα απόβλητα μιας δημοσιογραφίας που διεστάλη τόσο ώστε να την αφορούν τα πάντα, να είναι η μόνη αρμόδια για τα πάντα και να αγνοεί τα πάντα, μια και μονίμως ακροβατεί μεταξύ πρόχειρων γενικεύσεων και δήθεν εξειδίκευσης. Πρόκειται αντιθέτως για κείμενα που, μολονότι υφίστανται εναντίον ή και ερήμην της ανάγνωσης (η αποδοχή αυτής της αντίφασης ορίζει ακριβώς τη λειτουργία του ”τηλεοπτικού” ιδιώματος), μολονότι εμφανίστηκαν γύρω από τη λογοτεχνική κριτική, διεκδίκησαν δηλαδή άλλο ρόλο, τείνουν εκ συστάσεως να μεταλλαγούν από παραπληρώματα σε υποκατάστατα κριτικής – δηλαδή να την εκτοπίσουν.

Η κριτική που ώς χθες ασκούσαν δημοσιογράφοι ή σχολιογράφοι από τις εφημερίδες και τα περιοδικά αντικαθίσταται ή έστω συμπληρώνεται ολοένα συχνότερα, εδώ κι εκεί, από στήλες κουτσομπολιού, όπου οι όροι του θεάματος αναπαράγονται από ανθρώπους που καμώνονται τους αξιοθέατους άρα υπάρχουν. Συστοίχως, τα γυαλιστερά περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας φαίνεται να υποδέχονται κι αυτά ορισμένες εκδοχές της λογοτεχνίας (κυρίως προσωποποιημένες στους συγγραφείς τους) με ανοιχτές αγκάλες – συγχέοντας την κριτική της με την εφαρμογή μιας ομογενοποιημένης γλώσσας σε ένα καινούργιο αντικείμενο: Δύσκολα ξεχωρίζουμε την ”παρουσίαση” ενός βιβλίου από την παρουσίαση μιας κολεξιόν (το ίδιο συμβαίνει άλλωστε και στις δεξιώσεις). Τα λεκτικά σχήματα και τα κριτήρια δεν αλλάζουν, όμως η ρουμπρίκα επιμένει πως στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για ”κριτική”. Πριν η κριτική μετατραπεί στο θέαμά της είχε ήδη παρουσιαστεί ως κριτική θεάματος.

Το νέο ιδίωμα επιδιώκει να νομιμοποιηθεί αντί της κριτικής, στη θέση της, προσφεύγοντας σε ένα ιδεολόγημα ”ζήτησης” αφενός (υποτίθεται πως ανταποκρίνεται ”στο πνεύμα των καιρών”), ”εξέλιξης” αφετέρου (υποτίθεται πως προκύπτει ως το ολοκλήρωμα τάσεων ορατών ήδη από καιρό στην άσκηση της κριτικής δραστηριότητος), αναιρεί δηλαδή το δίλημμα και συναιρεί τις απαντήσεις. Καλλιεργήθηκε όμως στο ιδεώδες θερμοκήπιο της παραδοσιακής βιβλιοκριτικής και προέκυψε καταρχήν ως ευτελές ομοίωμά της – ομοίωμα που θα το ονόμαζα ”εύθρυπτη κριτική”, μια και ανά πάσα στιγμή κονιορτοποιείται ώστε να πασπαλιστεί η επιφάνεια του λογοτεχνικού προϊόντος με τα αναγκαία λαμπερά αποσπάσματα.»

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 26/09/2008

http://www.enet.gr/online/online_issues?pid=51&dt=26/09/2008&id=99869800

Advertisements