Προσπάθησες. Ακολούθησες οράματα, συγχωνεύθηκες με ανθρώπους — το μυαλό σου δεν σε ακολούθησε…
Και ερωτεύθηκες· διπλό το καλό: φτέρωσαν τα πόδια, μετά σκληραγωγήθηκε η καρδιά — πήρες δύναμη για το δρόμο.

Και ξαναπροσπάθησες να βρεις μια θέση στην αγορά των ανθρώπων. Νίκησες κι έχασες. Φτενές κι οι νίκες κι οι ήττες, δεν βάρυναν στον ταξιδιωτικό σου σάκκο. Τις δίπλωσες πρόχειρα και τις απόθεσες στον πάτο, δυο συλλογές ποιήματα από πάνω τους — έτσι κι αλλιώς θα σου χρειαστούν μόνο στην επόμενη μεγάλη στάση, όταν το περιεχόμενο του σάκκου θα απλωθεί ξανά στο πάτωμα , όταν θα ξαναβγάλεις τα σπλάχνα σου το μέσα – έξω· ένα ντουπλ-φας ανθρωπάκι να πορεύεται στους ανηλεείς δρόμους του κόσμου.

Και βούτηξες χωρίς σκάφανδρο στην άβυσσο των παθών σου. Επιβίωσες. Εστω, λειψός. Το μυαλό σου, σαστισμένο, έκανε καιρό να φέρει σε λογαριασμό τι σου συνέβη. Της καρδιάς σου της πήρε ακόμα περισσότερο…

Κάκιωσες και με το σώμα σου. Που δεν σ’ ακολουθούσε καθώς ήθελες στα ταξίδια σου. Το σώμα που έπεφτε όταν η ψυχή πέταγε, που απαιτούσε η ψυχή να σιγαλέψει για να σου δώσει λίγη γλύκα…

Πορεύθηκες κάποτε για λίγο και τα μονοπάτια της απωλείας. Δεν συνέχισες. Επρεπε, βλέπεις, να κρατήσεις δυνάμεις και για τις μεγάλες μάχες, εκείνες που δεν μπορούσες ούτως ή άλλως να αποφυγεις.

Τώρα σε βλέπω συχνά – πυκνά να πίνεις μπύρες στο καφενείο, να γελάς μαζί με τους ανθρώπους, να σιγοτραγουδάς τα κοινοτικά πάθη και τις συλλογικές αγάπες.
Ο νους σου μεριάζει εκείνες τις ώρες, η καρδιά φερμάρει ανθρώπους και τραγούδια.
Μπορεί εσύ να μην ξέρεις να γράφεις, ξέρεις όμως πως πέρα από τον νου που άφησες πίσω μπαίνοντας σε αυτό το καφενείο, πέρα από την καρδιά που κρύβεις κάτω από το τραπέζι, υπάρχει και ο μυστήριος τρίτος παράγων: η ψυχή σου. Αυτήν δεν ξέρεις αν την κέρδισες ή την έχασες μέσα σε όλα αυτά, αν την κέρδισες χάνοντας κομμάτια σου ή αν την έχασες νικώντας μάχες. Απλώς δεν ξέρεις. Ενας μαχητής ξέμεινε εδώ κάτω, με γυαλισμένα τα όπλα του, χωρίς εχθρό μολαταύτα. Ατρόμητος, να φοβάται μόνον μην τα στρέψει στον εαυτό του.

[Sometimes I don’t know where this dirty road is taking me
Sometimes I can’t even see the reason why
I guess I keep on gamblin’, lots of booze and lots of ramblin’
It’s easier than just a-waitin’ ’round to die

One-time friends I had a ma, I even had a pa
He beat her with a belt once cause she cried
She told him to take care of me, she headed down to Tennessee
It’s easier than just a-waitin’ ’round to die

I came of age and found a girl in a Tuscaloosa bar
She cleaned me out and hit it on the sly
I tried to kill the pain, I bought some wine and hopped a train
Seemed easier than just a-waitin’ ’round to die

A friend said he knew where some easy money was
We robbed a man and brother did we fly
The posse caught up with me, drug me back to Muskogee
It’s two long years, just a-waitin’ ’round to die

Now I’m out of prison, I got me a friend at last
He don’t steal or cheat or drink or lie
His name’s codeine, he’s the nicest thing I’ve seen
Together we’re gonna wait around and die]

Advertisements