Νοέμβρης ήταν και τότε που έφυγες. Seems to be offline, διάβαζα στους τοίχους εκείνον τον Νοέμβρη. Αν και μέσα μου είχα αρχίσει να σε αποχαιρετώ κάμποσους μήνες πριν. Εφθινε η εικόνα σου λίγο-λίγο, μια κρούστα ψεύδους ανάμεσά μας. Οχι, δεν έφυγες βιαστικά, μην ανησυχείς, καρδιά μου. Και όχι, δεν πόνεσα πολύ. Σε κράτησα γελαστή, σε κράτησα στοχαστική μ’ ένα τσιγάρο και μια μπούκλα να πέφτει στα μάτια σου, σε κράτησα να κοιτάς λίγο θλιμμένα τη θάλασσα, σε κράτησα να δαγκώνεις στιγμές το κάτω χείλι χωρίς να ξέρεις κι η ίδια γιατί: είναι παυσίπονες εικόνες. Αλήθεια…

Αραγε να το ξέρεις πως δεν έρχομαι εκεί που είσαι; Αν είσαι κι εσύ εκεί, δηλαδή… Λες και θα σε δω, λες και θα σ’ αγγίξω κι εκεί; Ασε, δεν έχει σημασία, κι από δω το ίδιο είναι.

Ηθελα να σου πω τα νέα μου. Αλλά όσο γράφω καταλαβαίνω πως δεν είναι καλή ιδέα. Ταράζομαι. Με σκιάζει η καινούργια αυτή απόσταση που προστέθηκε μεταξύ μας. Πέρα από αυτήν που παλέψαμε τότε κι οι δυο. Ας είναι. Τα απογεύματα εδώ είναι γλυκά. Κι εγώ φαίνεται να παίρνω αποφάσεις επιτέλους — θυμάσαι πόσο τις κλώσαγα παλιά; Απολαμβάνω πλέον την δίχως νόημα ζωή μου. Και δεν με πειράζει και τόσο. Αλήθεια…

Διαβάζω· κι ας πολεμούνε πια οι άνθρωποι γύρω μου τις λέξεις. Καπνίζω ακόμα· ανέχομαι το βλέμμα των γιατρών. Και πίνω πότε-πότε· μόνον, όμως, όταν γλυκαίνουν υπερβολικά τα δειλινά.

Διάβασα πως κάποιοι ινδιάνοι λένε πως δεν πρέπει να σκεφτόμαστε πολύ τους νεκρούς μας. Πρέπει να τους θρηνούμε, αλλά μετά πρέπει να τους κατευοδώνουμε και να τους αφήνουμε να φύγουν. Να πάνε εκεί που τους πρέπει να πάνε· άσπλαχνους ιστούς πλέκουν οι σκέψεις μας γι’ αυτούς. Θα πρέπει να ‘ναι αλήθεια κι αυτό. Δεν θα σου ξαναγράψω. Αλήθεια…

Advertisements