George Says:
      Thursday 20 November 2008 at 19:48

      «1957: Ο πατέρας μου (ιδρυτικός ποδοσφαιριστής του Πανελευσινιακού, το 1931-34), μ’ έφερε μιά Κυριακή στην Αθήνα “να δώ μιά μεγάλη ομάδα”. Ομως, η μεγάλη ομάδα έχασε δίκαια: Απόλλων Αθηνών-Παναθηναικός 2-1. Οταν φεύγαμε, τον κοίταξα με απορία κι’ εκείνος είπε:
      -Περίεργο, τυχαίο…
      Εκείνη τη μέρα πρωτάκουσα στις εξέδρες τη φράση “Ελαφρά Ταξιαρχία” καί ρώτησα τον πατέρα μου τι σημαίνει.
      -Ενας στρατός που πολεμάει μόνο με τούς άντρες του, χωρίς κανόνια κι’ αεροπλάνα…
      -Μπαμπά, αυτή η ομάδα, όχι η μεγάλη, η μικρή που πολεμάει μόνο με στρατιώτες, έχει πάρει ποτέ πρωτάθλημα;
      Με κοίταξε, χαμογελώντας λίγο περιπαικτικά και μου είπε:
      -Μια φορά κάθε δέκα χρόνια, εδώ της Αθήνας, όχι το πανελλήνιο. Τελευταία φορά, την
      επόμενη χρονιά πού γεννήθηκες, το 1948.

      1958: Συμπληρώνονταν πάλι 10 χρόνια. Στο σπίτι είχαμε αποκτήσει ραδιόφωνο και παρακολουθούσα ποδόσφαιρο με λαχτάρα, ελπίζοντας στον σπάνιο θρίαμβο των στρατιωτών που δεν είχαν κανόνια κι’ αεροπλάνα. Πράγματι, η “Ελαφρά Ταξιαρχία” ανακηρύχθηκε Πρωταθλήτρια Αθηνών (ΕΠΣΑ). Ο Παναθηναικός τερμάτισε τρίτος. Εγώ αποφάσισα οριστικά “με ποιους θα πάω και ποιους θ’ αφήσω” σ’ αυτή τη ζωή και το φθινόπωρο πήγα στη ΣΤ’ Δημοτικού.

      1959 ή 1960: Καλοκαίρι, στην κατασκήνωση του παπα-Γιώργη Πυρουνάκη , στο βουνό Πατέρας. Το ποδόσφαιρο πήγαινε σύννεφο ανάμεσα στις “ομάδες”, αλλά εγώ μόνο έβλεπα. Δεν μπορούσα να παίξω, γιατί δεν είχα “ομάδα”, ήμουν ο μόνος απολλωνιστής. Ωσπου ένα απόγευμα κινδύνευε να μη γίνει ο προγραμματισμένος αγώνας “Παναθηναικού” – “Ολυμπιακού”, αφού οι δεύτεροι μάζεψαν μόνο δέκα παίκτες. Εκαναν σύσκεψη και συμφώνησαν να “με παίξουν”, για να μη χάσουν το ματς. Ο “Ολυμπιακός” κέρδισε 1-0 κι’ εγώ τους ρώτησα, με περιέργεια αλλά και θράσος:
      -Τώρα ποιός κέρδισε; Ο Ολυμπιακός ή ο Απόλλωνας Αθηνών;
      Με κοίταξαν μάλλον μοχθηρά, αλλά -προς τιμή τους- και αμήχανα. Απάντηση δεν πήρα βέβαια αφού, τυχαία, εγώ είχα βάλει το γκόλ…
      Φυσικά, δεν ξανάπαιξα μπάλα στην κατασκήνωση. Μόνο κοίταζα, πάλι…

      1960-1994: Κάθε τόσο ο πατέρας μου με πείραζε:
      -Πως πάει ο Απόλλωνας;
      Κι’ εγώ σπανίως μπορούσα να του πώ “Καλά”. Δεν πρόλαβα να κομπορρημονήσω πραγματικά, όσο ήταν ζωντανός: πέθανε τον Μάρτιο του 1994.

      1995-2008: Καυχιόμουνα μετά, για δυό-τρία χρόνια, όταν πήγαινα στο νεκροταφείο να τα πούμε. Αργότερα, παρίστανα πως δεν άκουγα την ερώτηση, καθώς δήθεν το μάρμαρο που μας χώριζε, εμπόδιζε την ακοή μου.
      Τώρα τελευταία, του είπα πάλι σεμνά: -Καλά πάμε.
      Κι’ αν τα νέα γίνουν καλύτερα, θα του τα πώ με περισσότερη καυχησιά την 1η Δεκέμβρη. Αλλιώς, θα κάνω πάλι πως δεν άκουσα την ερώτηση.»

Advertisements