Θυμάμαι· ενόσω γύρω μου οι άνθρωποι ψηφιοποιούν όσα θέλουν να ξεχάσουν. Αρρωσταίνω· επειδή ξέχασα κάτι που δεν έπρεπε να ξεχάσω και δεν μπορώ να το ξαναβρώ στα βάθη του ταξιδιωτικού σάκκου μου. Τον ξαναπερνώ στον αριστερό ώμο μου (τον πονεμένο, πρέπει, οπωσδήποτε, να μην ξεχάσω τον πόνο) και συνεχίζω, αμνήμων και απελεύθερος. Θυμάμαι ξανά και ξανά στόχους που κουρσέψαν τις μέρες μου. Με στοιχειώνουν οι εαυτοί μου που ξαστόχησαν. Επιστρέφω σε σένα: δεσμώτης σου. Δέσποινά μου, σπουδάζω χρόνια τα χνάρια σου. Ταμένος στην ιερή νόσο σου, δεν ελπίζω σε κανένα έλεος — δεν έχεις.

Στην ανελέητη γιορτή σου θα χτυπάω πάντοτε το πόδι μου στο πάτωμα, καθηλωμένος με τα ασημιά καρφιά σου στην πολυθρόνα της γωνίας (το φτερό στον αριστερό ώμο φυτρώνει γύρω απ’ το καρφί σου), να βλέπω την απότιστη βεράντα της ψυχής σου.
Στις δικές μου γιορτές θα έρχεσαι μασκέ: καχύποπτη, θα ντύνεσαι το ντόμινο της τάχα μου απροσπέλαστης. Το ασπρόμαυρο της θλίψης σου θα κουρσεύει κάθε φορά τις μισοχαρές μου: επέτειοι που δεν καταφέρνω να ξεχάσω. Βλέπεις, δεν πίστεψα ποτέ στα χρώματα.
Δεν σ’ αγαπώ. Δεν σ’ αγάπησα ποτέ. Είναι τόσο όμορφες οι λιακάδες μου μακριά σου. Μου λείπεις. Πόσο έχω ανάγκη, θε μου, το μαύρο σου. Πόσο είμαι η σκιά σου…

Advertisements