Ιάσονα,
πιθανότατα όταν θα το διαβάζεις αυτό θα έχουν περάσει αρκετά χρόνια. Απόψε είναι βράδυ της 8ης Μαΐου 2009 κι αύριο το πρωί είναι τα βαφτίσια σου. 
 
Δεν καλοξέρω πού απευθύνομαι, διότι ακόμα δεν έχεις δείξει και πολλά από την ψυχούλα που κουβαλάς. Ετσι κι αλλιώς όμως, σε κάποιον βαθμό, εμείς οι άνθρωποι πάντοτε χρησιμοποιούμε ο ένας τον άλλον για να πούμε τα δικά μας… Προσπαθώ όμως να σε φανταστώ κάποια χρόνια μετά, να περπατήσω τον κόσμο με τα δικά σου παπούτσια, που λένε. Κι αν κάνω λάθος, ξέρω πως οι θεοί θα με συγχωρήσουν.
Δεν θα έρθω αύριο στα βαφτίσια σου.
Ισως βέβαια όταν θα το διαβάζεις αυτό να μην σε πολυνοιάζει κιόλας. Ε λοιπόν, ξέρεις κάτι; Δεν αποβλέπω στην πρώτη φορά, που πιθανότατα θα συμπέσει με μια περίεργη ούτως ή άλλως στιγμή στη ζωή σου: μάλλον με την εφηβεία σου… Θα έρθει φαντάζομαι και μια δεύτερη κάποτε. Κι “εκεί” απευθύνομαι.
Ακου να σου πω λοιπόν αγόρι μου: μέτρα τα πάντα και μην υποτιμήσεις τίποτα, όλα έχουν την δική τους αξία άμα τα πλησιάσεις ανοιχτός. Κι όταν έρχεται η ώρα να αποφασίζεις, ή έστω να πρέπει να κουνήσεις το ποδάρι σου για όπου και να κάνεις ένα βήμα, τότε να μην ακούς κανέναν και τίποτα, να πηγαίνεις όπου θα σε πηγαίνει το πόδι σου μοναχό του. Οχι το μυαλό σου ούτε η καρδιά σου. Αγνόησέ τα. Το πόδι σου μονάχο του. Θα ξέρει αυτό, αρκεί να του δοθεί η ευκαιρία, το κουμάντο, κι αρκεί να υπάρχει το μεράκι για τη ζωή. 
Τώρα που τα γράφω αυτά, ακόμα δεν έχεις κλείσει χρόνο. Δεν έχεις δει να επαναλαμβάνεται ένας πλήρης κύκλος σε αυτόν εδώ τον πλανήτη. Βλέπω το βλέμμα σου να εξερευνά τα πράγματα γύρω αλλά και να κουβαλά συνάμα μιαν οπτική γωνία που αχνοφέγγει ήδη…
Σε βλέπω συχνά, ξέρεις, αυτόν τον καιρό, όποτε πάω να δω τη γιαγιά σου και τον παππού σου. Και όποτε σε βλέπω εκεί, συχνά δεν σε προσέχω γιατί με απορροφά η μεταλλαγή του Γιάννη που σαν να ξανανιώνει με την καινούργια σου παρουσία… Σαν να γίνεται κι ο ίδιος παρών, με έναν τρόπο που εγώ δεν ενθυμούμαι…

Πήρες ένα όνομα που υποδηλώνει σκοπό και χνάρι στον κόσμο. Κατά πάσαν πιθανότητα δεν θα είναι για σένα η ώρα του «λάθε βιώσας», και, κατά πιθανότητα επίσης, δεν θα είμαι εδώ γύρω να δω το χνάρι σου στον κόσμο, αλλά έτσι κι αλλιώς τα χνάρια μπορείς να τα ιχνηλατήσεις είτε πολύ νωρίς είτε πολύ μετά: τα ενδιάμεσα, για μένα, δεν έχουν και τόσο σημασία…
 
Ιάσονα, όπως κι αν κυλήσει η ζωή σου, η δική μου πλούτισε λίγο με τη γέννησή σου. Δεν σε αφορά άμεσα βεβαίως, εμένα αφορά, αλλά όποτε κι αν το αναζητήσεις, κάποιες λέξεις θα είναι εδώ. Στο κάτω-κάτω, δεν μου κόστισε παρά μερικά καμένα εγκεφαλικά κύτταρα ακόμα, λίγα αμήχανα δευτερόλεπτα στο τηλέφωνο με τη μάνα σου και τη γιαγιά σου (στην οικογένειά μας μόνο με τις γυναίκες μιλάμε, τουλάχιστον μέχρι τώρα, δεν ξέρω πώς θα είναι τα πράγματα όταν μεγαλώσεις…), και κάποια ενοχή που για μιαν ακόμη φορά δεν συμμετείχα στις απλές χαρές αυτού του κόσμου. Συμπάθα με, αλλά μου ήταν πολύ δύσκολο, αυτήν την συγκεκριμένη στιγμή. Οι δαίμονές μου είχαν πάλι καβαλικέψει τους κάπως κουρασμένους ώμους μου και έπρεπε να τους τιμήσω για μιαν ακόμη φορά.
Ιάσονα, καλό σου ταξίδι.

Advertisements