Από κάποιο σημείο του δρόμου, κάποιαν ανύποπτη στροφή, και μετά, δεν μπορεί να σε παρηγορήσει τίποτα. Δεν είσαι πια ικανός για παρηγορία, ίσως…

Τότε, νομίζω, είσαι έτοιμος. Να παρηγορήσεις εσύ. Οποιον, ενδεχομένως, να μπορείς. Τότε, και μόνον τότε, είσαι έτοιμος να «δώσεις» και σε κάποιον Αλλον (που δεν θα είναι πλέον το πεινασμένο μέσα σου παιδί). Και όχι για να σωθείς εσύ ο ίδιος, αλλά για να σώσεις την παρτίδα, να κερδίσετε όλοι μαζί έναν γύρο ακόμη σε αυτόν τον παράξενο «Θανάση» που μας απειλεί να τελειώσει χωρίς καν να προλάβουμε να μετρήσουμε τους πόντους μας. Πράσινη η τσόχα, κι εσύ κρατάς κάτι –βαθύ πολύ– μπλε στο απλωμένο χέρι σου. Ποντάρεις. Και η κιτρινίλα στα δάχτυλα και τα δόντια σου παίρνει μιαν αναιμική ρεβάνς. Και, επιτέλους, Κάτι στέκεται δίπλα στο Τίποτα και διεκδικεί. Ευάλωτο και υπερήφανο. Μικρό, ολίγιστο, αλλά με μια λαβή να φυτρώνει στα πλαϊνά του και να σε καλεί. Είτε να στηρίξεις είτε να στηριχτείς. Ισως έτσι να γιορτάσεις τη φθορά σου (με έναν κάπως θρηνητικό σκοπό να ξεδιπλώνεται αργά στην ατμόσφαιρα), ίσως και να δώσεις το κορμί σου σ’ ένα ζεϊμπέκικο (σα βουβή διαμαρτυρία και σαν αποδοχή ταυτοχρόνως), ίσως τότε να πάρεις την ευθύνη και να κρατήσεις μιαν παλλόμενη καρδιά στη χούφτα σου. Βρίσκοντας τη σωστή πίεση να οδηγεί τα δάχτυλά σου. Ευλαβικός. Δειλά επηρμένος, σεβαστικά ιερόσυλος. Μαγεμένος ξανά μετά από πολύ καιρό.
Ισως και να τα γράφω αυτά επειδή δεν μπόρεσα να παρηγορήσω την Μαρία. Επειδή μπήκα εκεί, στον θάλαμο ενός νοσοκομείου στη Θεσσαλονίκη, ηλίθιος όσο παλιά, χωρίς το λίγο που μου χάρισαν τα χρόνια μου και με το πολύ της ανάμνησης των νιάτων μου, ένα επηρμένο αγοράκι ξανά σκίασε τις αλήθειες μου. Νοιώθω να πήρα και να μην έδωσα, νοιώθω να στάθηκα για μιαν ακόμα φορά ανίκανος να παρηγορήσω, για μιαν ακόμα φορά να υπερίσχυσε η δική μου ανάγκη να παρηγορηθώ…
Η Μαρία με δέχθηκε με την συνήθη της αξιοπρέπεια. Ανταποκρίθηκα με την συνήθη δική μου. Κανείς μας δεν ούρλιαξε. Πορευόμαστε πειθήνιοι προς το φως που σβήνει.

Advertisements