Είδα την λεπτή, σχεδόν διάφανη, κρούστα που ψευτοκαλύπτει το σκοτάδι της. Κάθε κίνησή της την θρυμματίζει. Πίσω από την κομματιασμένη κρούστα, η σκουράδα που αποκαλύπτεται με θαμπώνει σαν μαύρος ήλιος. Τα χέρια της, δένουν χιαστί τους ώμους της και την πλάθουν ξανά και ξανά – την προστατεύουν θαρρείς, πριν την σκίσει ξανά η μαινάδα που τα χέρια της καλούν ερήμην. Και το βλέμμα της: που μια πιέζει τα πράγματα να σπάσει τον υμένα τους, και μια αποσύρεται πέρα από αυτά, στο σκιασμένο υπόβαθρο του κόσμου.

Είδα την Φοίβη. Είδα κι εκείνο το πουλί που φοβόταν τα στιλπνά μαύρα φτερά του. Είδα και μια Κλαίουσα: μια ιτιά που έχει ξεχάσει τους τρόπους του σπαραγμού. Ηρεμη. Ενα κλαράκι της παρατηρεί έκπληκτο τα φύλλα του. Ανήμερο.

Advertisements