Απλώς είναι καλύτερα έτσι, κάτι να κάνεις, οτιδήποτε, από το να περιμένεις κάπως να πεθάνεις. Ετσι κι αλλιώς, κάτι να κινείται, ναι· ό,τι.
Να μπορείς να πεις πως έκανες κάτι διάολε. Πως το πάλεψες. Εστω, με όποιον τρόπο ήξερες, ίσως και με όποιον τρόπο σου απέμεινε. Μυριάδες γνωστικοί θα αντιλέξουν. Αλλοι, πολλοί κι αυτοί, θα χειροκροτήσουν. Αγνόησέ τους. Και τους μεν και τους δε. Πορεύεσαι πια σε έναν δρόμο που έχει ξεχάσει πριν από σένα τα χειροκροτήματα (δεν ακούγονται πια εκεί πέρα, στην ερημιά), και δεν ακούει τα “μπουου” του κόσμου, (απλώς θόρυβος είναι εκεί πέρα καλή μου…), δεν μετράνε εκεί πια ούτε κι αυτά. Εκεί πέρα είσαι εσύ και τα πόδια σου μόνον. Ενας κόσμος αδιάφορος πιο πέρα, δυο πόδια εξίσου αδιάφορα (στιγμές νοιώθεις να μην σε αφορούν, αλλά κατά βάθος ξέρεις πως αυτά είσαι κάπου Εσύ), κι εσύ να παλεύεις να τα φέρεις βόλτα όλα αυτά τα Επί Μέρους που σε ζωγραφίζουν αλλά δεν είσαι εσύ… Κατάφερες στη ζωή σου να φτιάξεις ένα μπαγκράουντ που να σου αρμόζει, αλλά δεν μπόρεσες, και μάλλον δεν θα μπορέσεις ποτέ, να φτιάξεις ένα σενάριο με σένα πρωταγωνιστή. Ας είναι. Ξέρεις πως έτσι γυρίζει η μπάλα του κόσμου. Μόνον εσείς οι τρεις υπάρχετε. Ο Kόσμος, η Ιδέα σου για τον Κόσμο και για Σένα, κι Εσύ κάπου από πίσω να παρατηρείς… Πολύ αδιαφορία, κι από τον κόσμο κι από σένα πια (κι ας νοιαζόσουν κάποτε υπερβολικά…) και κάτι μέσα σου να παλεύει να γίνει αδιάφορο πια, να μοιάσει στον κόσμο, να ενταχθεί με διαφορετικό τρόπο, να επιβιώσει… Είναι αυτό το κάτι εντός που κατάλαβε πριν από σένα πως η αδιαφορία είναι προϋπόθεση της επιβίωσης. Ο Μπέρτολτ την είπε τότε, κάποτε, αποστασιοποίηση. Εγώ θα στην πω “Τέχνη να Στέκεσαι Παράμερα”. Βρε χαζό, για την (λίγο νευρωτική) τέχνη να ξεφεύγεις μιλάμε όλοι… Να δίνεις μια ευκαιρία ακόμα στην Μεγάλη Ανοησία, μπας και σου πει κάτι που δεν ήξερες (το ξέρεις πως μόνον αυτή μπορεί…) Για την Ελπίδα μιλάμε εδώ, ναι. Αυτήν, την αγαπημένη του θεού των κλισέ, την Πλανεύτρα…

Advertisements