Συχνά στο ημερολόγιό μου γράφει κάποιος άλλος. Με εξαναγκάζει να του δίνω το πάσγουορντ και γράφει τη ζωή που δεν έζησε. Εκδοχές τσακίζουν τις άκριες των σελίδων, σημεία επιστροφής αναδιπλωμένα στον εαυτό τους. Ανοίγω μια σελίδα — στην τύχη, άραγε;

«Στο κράσπεδα της συνείδησής μου, στις άκριές της, φυτοζωούν μνήμες λιπόσαρκες, ξερακιανές. Επιμένουν να αφηγούνται ένα λησμονημένο από καιρό παραμύθι. Χωρίς τα περιττά λίπη της δικής μας επικαιρότητας, των ζωντανών, ούτως ειπείν, να το βαραίνουν. Σαν κάτι εντός μας να εμμένει στα  βασικά, στην μπέιζ λάιν, στα ”εξ ων” συνετέθημεν…
Και, ως συνήθως, και πάλι, καθείς μας, σαν να εμμένει στον δικό του κόσμο. Τον ζωντανό, τον ”Εδώ”… Ακόμα και την ύστατη στιγμή, ή λίγο πριν: να αρμενίζει καθείς στις μυστικές του ολόδικές του θάλασσες. Κι ας επιμένουν οι αποκαμωμένοι σηματωροί μας, στην πρύμνη μας, να συνεχίζουν να στέλνουν μηνύματα από συνήθεια και μόνον, ίσως, χωρίς πίστη, χωρίς πολλές ελπίδες πια, έτσι, για το γαμώτο, ή για το ‘’ίσως’’ που πάντοτε γαλουχούμε εντός μας κι ας το κρύβουμε. Ναι, τα ναυαγισμένα σκαριά, και μόνον αυτά, φυλάνε το μυστικό μας. Ερήμην μας.

Τα απογεύματα, συχνά, γυρνώ κι εγώ στο καβούκι μου. Σε καφετέριες, βρίσκω ξανά τα πατήματά μου, κοιτώντας τους περαστικούς. Αφουγκράζομαι τους ήχους τους, βάζοντάς τους δίπλα στις σιωπές μου. Ξανακερδίζω ουρανούς και ορίζοντες που ελλοχεύαν μυστικά εντός μου. Και μετά, όποτε βαστάω, δυναμωμένος ξανά, ξεμυτάω στον κόσμο. Και κοίτα να δεις που τότε σκοντάφτω στις μέρες των άλλων – τις πεινασμένες, αδηφάγες, μέρες των άλλων.

Δεν υπάρχει μπροστά χωρίς το πίσω που όρισες εσύ, μωρέ. Υπάρχω, αλλά με ορίζεις ακόμα, με κάποιον παράξενο τρόπο… Εναν τρόπο που αλυχτά τις νύχτες, ακόμα κι αν δεν είσαι πια εδώ γύρω. Σαν το παρελθόν να μολύνει τις νύχτες με απουσία. Αλλά θα το παλέψω, κι όπου βγει. Και χωρίς να βοηθάς πια, μωρέ…»

Advertisements