Ένα θηρίο, μαθημένο να επιβιώνει στους σκοτεινούς δρόμους του περιθωρίου της ψυχής, μαθαίνει να συλλαβίζει τη γλυκειά σύνεση.
Σε ξέρω, βλέπεις, αναγνωρίζω τα χνάρια σου. Εκεί που τρομάζεις, είναι λίγο πιο βαθειά… Πρόσεξε να είσαι ψύχραιμος. Πήγαινε με τους ρυθμούς που υπαγορεύει ο ίδιος ο χρόνος. Μη βιάζεσαι, τρελλόπαιδο. Επιτάχυνε, και μετά κάνε πίσω όταν οι καιροί το ζητούν. Γλύκανε. Μαλάκωσε. Αγάπησε αυτά που σε απειλούν. Και οργίσου: χτύπα με το ακονισμένο μαχαίρι σου. Μη φοβάσαι, ό,τι ματώσει ήταν ήδη πληγωμένο. Κι αν δεν ήταν, ευλογία οι ουλές, παράσημα του Χρόνου για γενναίες καρδιές. Γι αυτό, χτύπα τον πλησίον σου. Χάρισέ του την καλύτερη, την βαθύτερη γνώση που σου πρόσφεραν οι χρόνοι σου. Ανοίξου. Άνοιξε τα πέταλά σου, αιδήμον άνθος.
Ναι, ο έξυπνος εαυτός σου σε υπονομεύει. Αλλά και σε οδηγεί να αφήσεις επιτέλους χώρο στον άλλον, τον καλύτερο, τον Χαζεμένο Εαυτό σου. Ενα δεκαεξάχρονο κορίτσι σου δείχνει τον δρόμο. Μπερδεύει άγαρμπα τα πόδια του καθώς βαδίζει μπροστά σου στα τυφλά. Νομίζει ότι τρέχει σε κάποιες λεωφόρους του μέλλοντος. Δεν βλέπει ότι εναέριες γέφυρες και πολύπλοκα σταυροδρόμια γυρίζουν γύρω-γύρω, στα ίδια σημεία ξανά και ξανά. Ουδέν καινόν. Και μια γυναίκα –ποια άλλη;– σου μαθαίνει τις προκαταλήψεις της, πικρό αντίδοτο στην παθιασμένη αγάπη σου, αλλά και θεία εξισορρόπηση στα παραπατήματά σου.
Θέλεις πάλι να πιεις. Να θολώσεις τον νου σου, που εμποδίζει την αλήθεια της καρδιάς σου. Αυτήν την ηλίθια αλήθεια, περιουσία και κατάρα, την ευφυή φύτρα του νου. Την αγιασμένη ασημένια θλίψη σου. Το σαλεμένο οικοσύστημά σου.

(Καλλιθέα, 2002)

Advertisements