Θυμάμαι, τα μαλλιά σου έπεφταν στα μάτια σου καθώς μισογύρισες να με κοιτάξεις. Το βλέμμα σου σχισμένο από τούφες. Ισως γι’ αυτό, από καιρό, έβλεπα μόνον θραύσματα του κόσμου σου. Σε έχανα, ναι. Ισως πάλι, έτσι εσύ να είχες θελήσει κάποιαν ανύποπτη στιγμή. Τα μαλλιά σου ίσια, περσίδες να κόβουν λουρίδες το όποιο φως σου. Οποτε ξεχνιόσουν και μισάνοιγες τα χείλη, όχι συχνά, έμοιαζε να φιλιέσαι με την πνοή του κόσμου. Μια τέτοια στιγμή ήταν και τότε, κι ας ήταν αφιερωμένη σε χωρισμό. Τον δικό μας χωρισμό. Κάποιοι βραχνοί, υγροί υπερσυντέλικοι βγήκαν διακεκομμένοι από το στόμα σου με τη φωνή σου. Θα πρέπει να χρειάστηκες δέκα λεπτά για να πιστέψω πως πέντε χρόνια είχαν τελειώσει για σένα. Αλλά έγινε· δεν ξέρω ποιος το έκανε να συμβεί –εσύ, εγώ, η κοινή μας νεράιδα;–, αλλά κατάλαβα. Πλήρως. Είπα κάποια εξυπνάδα, ούτε που θυμάμαι τι, και πήγα να μαζέψω τα πράγματά μου.

Λίγο μετά ήταν που κατάλαβα πως μαζεύοντας πράγματα δεν έφευγα. Βυθιζόμουν στο Λίγο Ακόμα, στο Ισως, σε τάχα αθέλητους συναισθηματικούς εκβιασμούς. Τ’ άφησα στη μέση, ήρθα στο άλλο δωμάτιο και σου είπα πως θα τα μαζέψω άλλη μέρα. Κι έφυγα. Θυμάσαι; Ετσι δεν έγινε;

Το μόνο που θυμάμαι σίγουρα είναι η Πατησίων βρεγμένη και μυριάδες υγρά και πολύχρωμα κομματάκια φωτός στα πεζοδρόμια. Κίτρινα τα περισσότερα. Και πολλά μωβ. Πόση εκθαμβωτική φασαρία κάνει η βρώμα στα πεζοδρόμια της πόλης όταν βρέχει…

Πήγα στο γνωστό μπαρ εκείνης της εποχής. Εσύ το ήξερες. Αν ήθελες μάλιστα θα ερχόσουν, αλλά, ακόμα κι εγώ ήμουν σίγουρος πως δεν θα ερχόσουν.

Μην με παρανοήσεις, τώρα. Ηταν όλα σωστά, κι ο χωρισμός μας επίσης· μην σου πω ακόμη περισσότερο αυτός. Αλλά να, εδώ και χρόνια η ζωή δεν με υποχρεώνει να κάνω τίποτα. Πιο σωστά: με υποχρεώνει μόνο κάθε τόσο να αγωνίζομαι γι’ αυτήν την ίδια στην πιο στοιχειώδη μορφή της. Κι όποτε παίρνω ανάσα και ξεσφίγγω τα δόντια, όποτε παίρνω εξιτήριο και ξανακερδίζω το σώμα μου, η ίδια αυτή η κερδισμένη ζωή μου απομακρύνεται και κάνει πως δεν ακούει την ερώτησή μου: «Και τώρα;»

Μού δείχνει τους άλλους. Και, μα την παναγία, δεν καταλαβαίνω τι πραγματικά εννοεί.

Υπήρχε μια εποχή που η ζωή με έπιανε από τον σβέρκο και με έριχνε σε πράγματα. Διάφορα. Τα περισσότερα, κατάλαβα με τα χρόνια, πως δεν ήταν «δικά μου». Και τώρα, που τα «δικά μου» έχουν πάρει σχήμα και μορφή (μερικά βίαια τινάγματα της ζωής άρκεσαν για να πέσουν καταγής τα περιττά), τώρα τα «δικά μου» δεν αρκούν. Ολα τους μαζί, βλέπεις, δεν φτιάχνουν ένα ολόκληρο κίνητρο να ζήσω· σαν, ας πούμε, εκείνα τα αστεία αλλά τόσο παθιασμένα κίνητρα που μου πέταγε στα μούτρα η ζωή τότε. Και που τόσο μοιάζαν με την τούφα από τα μαλλιά σου που έπεφτε στα μάτια σου.

Advertisements