Και γιατί έτσι. Και γιατί είναι ακόμα εδώ. Ακόμα εδώ, παρ’ όλ’ αυτά. Διάβηκε δρόμους της φωτιάς, υπερασπίστηκε καμένη γη. Διότι ένα κομμάτι γης του ανήκε, είτε καμένο είτε όχι. Και θυμάται· το σώμα του, δηλαδή… Τι είναι οι ουλές, παρά μνήμες του σώματος;

Το δειλινόν, λοιπόν, ήτο γλυκύτατον. Μια γλυκύτητα που δεν την προοιώνιζε η μέρα που είχε κυλήσει πριν. Αγχωμένο πρωινό, ταλαιπωρημένη μεσημβρία προηγήθηκαν. Ολα όμως χύθηκαν εν τέλει στις εκβολές εκείνου του γλυκύτατου δειλινού.

Ναι, εκείνον το δειλινόν ήτο γλυκύτατον. Φαίνεται πως η τελευταία κουρτίνα είναι πολύχρωμη. Οχι μια έκρηξη φωτός, αλλά μια –ελαφρώς μελαγχολική– σύνθεσις από χρώματα της γης, από ημιθανείς αποχρώσεις στερημένες του στόμφου του κόκκινου. Και χωρίς την κιτρινωπή αλαζονεία, χωρίς και την ζωική, τυφλή αυτοκατάφαση του πράσινου. Προς το Ιντιγκο της άχρηστης γνώσης.

Το δειλινόν ήτο γλυκύτατον. Σαν να χύθηκε από τη σακκούλα σκουπιδιών κάποιου ανικανοποίητου ζωγράφου. Τα χρώματα του κόσμου δεν πονάνε πια τα μάτια του. Ολα γλυκαίνουν. Να ‘ναι άραγε το προείκασμα της νύχτας που έρχεται;

Advertisements