Αναπηρία 80%, λέει. Ενας καρκίνος σε τέταρτο στάδιο που ξεπέρασε ανέλπιστα το «προσδόκιμο επιβίωσης» και ένα μπάιπας, τετραπλό – τα υπόλοιπα θεωρήθηκαν ψιλολόγια… Σκέφτηκε, μου είπε, να θυμηθεί να πάρει λαχείο με λήγοντα στο 4, και χαμογέλασε. Κι αυτό χούι είναι, άλλωστε. Να χαμογελάς, εννοώ. Σαν ανακλαστική κίνηση, λες και η ουσία του ανθρώπου εγκαταβιοί στην σπονδυλική του στήλη, αν με εννοείς.
Είναι κάπως ενοχλητική η σκέψη, αλλά πάει μαζί με την εικόνα σφαγμένου ζώου που τινάζονται μέλη του για λίγο ακόμη, μετά το μαχαίρι. Και είναι κάπως αστείο, αλλά στην πραγματικότητα το δικό του χούι, εκείνο που θα βγει λίγο μετά την ψυχή του, θα έχει ζήσει, έστω και λίγο, παραπάνω από τον ίδιον. Το κουβάλησε για χρόνια, το σπίτωσε, κάποτε το απαρνήθηκε να γλιτώσει, ενίοτε το υπερασπίστηκε με δυσανάλογο κόστος. Πορεύθηκαν μαζί, και να που αυτό θα κάνει παραπάνω δρόμο από τον ίδιον. Και όχι μόνον. Τελικά μοιάζει ο ίδιος να είναι λιγότερος απ’ αυτό. Ναι, δεν έχει χούι: τον έχει το χούι του.
Τα χούγια μας: της επιμονής η επιτομή, η ουσία του όντος.
Ογδόντα τοις εκατόν, λοιπόν. Εκείνος, με το υπόλοιπο είκοσι, πίνει, καπνίζει φθείρεται σε χαμηλές άλογες πτήσεις. Σαν ιδιότυπο εξτρήμ-σπορ, με ελλιπή εξοπλισμό. Χομπίστας της αυτοκαταστροφής. Συλλέκτης φθορών.

Δεν είμαι εγώ, δεν μιλώ για μένα – ναι, θα μπορούσε να το σκεφτεί κάποιος που τυχόν διαβάζει αυτές τις γραμμές. Αλλά δεν είμαι. Είναι γνωστός μου, τον παρατηρώ χρόνια τώρα να πορεύεται (κουτσαίνει ελαφρά στο αριστερό πόδι όταν κουράζεται) και, για να είμαι ειλικρινής, με περισσότερο ενδιαφέρον κι από τον ίδιον παρατηρώ τα χούγια του που φτερουγίζουν πάνω απ’ το κεφάλι του.
Στιγμές μοιάζουν αυτονομημένα, κι ας είναι ακόμη ζωντανός. Θέλω να πω, ίσως εκείνη η στιγμή, που αυτός θα πεθάνει και για λίγο ακόμη το χούι θα τινάζεται γύρω του σαν ξένο μέλος του, να μην είναι μοναδική: να έχει συμβεί πολλές φορές, ανύποπτα, πριν, στη διάρκεια της ζωής του. Τότε που το πρόσεξα, δηλαδή.

Advertisements