«…γι αυτό και δεν μετράω και πολύ τα όποια χαρίσματά μου: Τύχες, όσο και τα μείον μου. Αυτό που πράγματι εκτιμώ, παραδέχομαι, και το κρατώ, είτε για καλό είτε για κακό, για όπου, διάβολε, αλλά είναι ολόδικό μου, είναι αυτή η κρυφία αίσθηση του γελοίου. Αυτή νοιώθω να με διαχώριζε πάντα από το ανθρωπομάνι. Δυστυχώς, να προσθέσω…».
Πρόσθεσε ποτό στα παγάκια που το περίμεναν ήσυχα στο ποτήρι του. Τον ήξεραν καλύτερα απ’ ό,τι εγώ. Παλιοί γνωστοί μεταξύ τους, κι αυτά πρέπει να τα σέβεσαι. Γι αυτό και δεν μίλησα μέχρι να συνεχίσει: «Και δεν το λέω με έπαρση», είπε. «Κάθε άλλο… Απλώς. Είναι, ξέρεις, μεγάλο βάρος η αίσθηση του γελοίου. Βαρίδι σοβαρό…. Και φυσικά, το γελοίον συναντά υπέροχα την αλήθεια της καρδιάς και γίνονται μαζί λιάδα στα μπουζουκομάγαζα…»
Πρόσθεσα ποτό στα παγάκια που περίμεναν στο δικό μου ποτήρι. Μου φάνηκαν γεμάτα περιέργεια, θαρρείς, να δουν κατά πού θα πάω κι εγώ. Σαν να μην με ήξεραν. «Ούτε κι εγώ με ξέρω,», σκέφτηκα, «σας κατανοώ… Παρ’ όλα όσα έγιναν μέχρι τώρα. Πλάκα έχει…», σκεφτόμουν. «Ή μέθυσες», έμοιαζε να λέει το γκλιν-γκλον από το ποτήρι που στριφογύριζα στο χέρι μου όσο τον άκουγα να μου μιλά για κάποιαν νύχτα σε ένα κωλάδικο της εθνικής, κάποτε. Πάντα εκεί θα καταλήγουμε; αναρωτήθηκα. Σε στιγμές μας; Θα καταλήξει ποτέ μια κουβέντα μας, ένα πιοτί μας, μια σειρά σκέψεών μας, σε κάποιο στέρεο συμπέρασμα;
Εννοώ, συμπέρασμα που να μην φαντάζει ελαφρώς γελοίο οταν το αναλογίζεσαι σε μια πρωινή λιακάδα, με καφέ και πρωινό στο στομάχι, και ξαστεριασμένο μυαλό να ζητά και πάλι το νήμα της παράταιρης λογικής του, που άφησε δυο μέρες πριν σε κάποιο ρείθρο πεζοδρομίου…
Ε;

Advertisements