Ημιυπαίθριες και οι εξομολογήσεις μου. Οχι δημόσιες, κεκαλυμμένες και με λιγοστή τοιχοποιία. Γκρίζα. Ούτε τζαμωτά: θέλω να νοιώθω τον αέρα – λυτρωτή. Με πνίγουν οι προστατευτικές μήτρες.
Κι αυτήν την Κυριακή, λοιπόν, ασυμφιλίωτος με αυτόν τον πολύχρωμο κόσμο και ευτυχής που με περιλαμβάνει.
Αρχιτεκτονώ ακόμη το ημιυπαίθριο φυλάκιό μου στα μετόπισθεν της ζωής. Καλά ήταν μέχρι εδώ, και την θητεία μου στα προκεχωρημένα την έκανα. Θα κάτσω να παρακολουθώ ανθρώπους, θυμωμένους και μικρόψυχους «νικητές» της προτεραιότητας, σε φανάρια που δεν κάνουν σταυροδρόμι για πουθενά, να παίζουν με τα κινητά τους όποτε ψευτοστέκονται ακίνητοι για λίγο.
Τώρα που βρήκα επιτέλους τον κρυφό κωδικό πρόσβασης και είδα τα αρχεία μου, τώρα που η καχυποψία είναι άχρηστο πια εργαλείο (τι παραπάνω να δεις πίσω από τα πέπλα;), τώρα δεν απομένει παρά ένα raison d’ etre. Ιδιωτικόν. Τώρα θα κάνω χρήση της μεταφοράς συντελεστή που δικαιούμαι. Αλλωστε, τι δουλειά έχουν πια οι παλιές συνήθειές μου σ’ έναν καινούργιο κόσμο; Παραδίδω τα χρώματά μου και αφήνομαι στην αγνότητα του μαύρου. Τοποθετώ το σακίδιον εκστρατείας μου (παράδοξα ελαφρύ είναι τώρα) σε μια ντουλάπα. Οχι πατάρια, μπορεί και να το χρειαστώ κάποια στιγμή.
Τώρα χαμηλοί τόνοι, να μην σκεπάζεται η βαθύτερη αναπνοή.
No problem anymore, Houston…

Advertisements