Οι εξαρτήσεις: ο κεντρικός ιμάντας στην μηχανή του κόσμου. Η όποια «ουσία», η όποια δραστηριότητα, δευτερεύουσα μόνον έχουν σημασία. Πρωτεύον είναι το εξαρτησιακό συναισθηματικό υπόβαθρο. Η έμμονη τελετουργία της επανάληψης. Το «Κι άλλο» ως υποκατάσταση ενός κόσμου που δεν είναι αρκετός. Η ψυχική υποδομή, ούτως ειπείν, που αλυχτά αποζητώντας μια θολή σωτηρία από την πραγματικότητα.
Αυτό το κάτι αυτοκαταστροφικό, το χωρίς μέτρο, που κάποιοι άνθρωποι, είτε κατά σύστημα είτε συχνά-πυκνά, του παραδίδονται. Κρυμμένο· φαίνεται μόνο το ζωνάρι του που λυμένο περιμένει να πατηθεί από απρόσεκτες ψυχές (ή αφόρητα προσεκτικές). Ενα «δε γαμιέται» θα καταλάβει τον νου τους, και η ενόρμηση του Μηδενός θα σιτισθεί εκ νέου.

Ηθελα να πω, υπάρχει και μια σεβαστική στιβάδα σε αυτήν την καταβύθιση. Ενα, πιθανολογούμενο, «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών», το επόμενο πρωί, με καφέ και ασπιρίνες. Ενα θαύμα: γιορτάζουν το Πάσχα τους. Ανηφορίζουν το όρος του ελέους, τιμώντας τον ενικό αριθμό, όπως αρμόζει στο πάθος. Γενική, του πάθους: έχει ήδη γίνει απρόσωπο, κάπως αφηρημένο. Αιτιατική δεν έχει – ούτε και αιτία, άλλωστε.

[…και ενόσω η Αισθητική Αστυνομία αδρανεί, ένας κύριος τραγουδά όσα διατείνεται πως δεν λέει πουθενά.]

Advertisements