«Ο άνθρωπος που αγαπάει μόνον τον εαυτό του δεν μισεί τίποτα πιότερο από το να μένει μόνος με τον εαυτό του» Blaise Pascal, «Pensées»

Κάθε τόσο έρχονται σμήνη μαύρων πουλιών και μοιάζει να φτερουγίζουν γύρω μου. Δεν με φοβίζει πια η συντροφιά τους· είναι προφανώς κι αυτό ανάμεσα σε όσα με ενώνουν ακόμη με τους ανθρώπους.

Αλλά ήθελα να γράψω για κάτι που μου έφερε στον νου ο Μπέργκμαν: για κείνην την βαθύτερη άλογη οιμωγή που αντηχεί απο μακριά, μπερδεμένη με μυριάδες άλλους ήχους από τα έγκατα της ψυχής. Δεν είναι ο άνεμος που τη φέρνει. Είναι μια πνοή που δεν μοιάζει να είναι η ατμόσφαιρα αυτού του πλανήτη που τη φέρνει. Θαρρείς και μια εγκλωβισμένη, μισότρελλη πριγκίπισσα στα κελάρια υπόγειου πύργου που δεν είδαν ποτέ τους κάποιο φως, οιμώζει κάτι σκοτεινό: πιο δυνατό από το τίποτα των μικρών και μεγάλων χαρών αυτού του κόσμου, πιο ρωμαλέο κι από τους πόνους του ακόμα. Οι διαβάτες που τυχαίνει να περνούν κλείνουν τ’ αυτιά τους. Φορούν ακουστικά και δυναμώνουν την ένταση με τη μουσική της καθεμέρας – καθυσυχαστικές εξατμίσεις και οικείες κουβέντες για τον καιρό. Μόνον η λύπη της πέτρας μιλάει γι’ Αυτό.
(Και κάποιες από τις αγάπες μου, νομίζω…)

Advertisements