Κι όμως, σε κάποιο σημείο στον ύπνο του, κάποια ονειρική στιγμή, ένιωσε πως τα είχε καταλάβει, πολλά και ταυτόχρονα· και ήταν ολοκάθαρο τι είχε σημασία και τι όχι.

Όταν όμως, μετά, κοιτούσε αφηρημένος το μπρίκι στην κουζίνα, αδυνατούσε να θυμηθεί οτιδήποτε πέραν αυτής της αόριστης πλέον αίσθησης. Και όταν φούσκωσε ο καφές, σαν να αναδύθηκε φουριόζα η καινούργια μέρα και πήρε μαζί και τον νου του αλλού: όλα πήραν τον δικό της δρόμο.

Το απομεσήμερο της ίδιας μέρας τον βρήκε σε κάποιο καφέ, μετά τις κάποιες λιγοστές δουλειές του, να πίνει τον δεύτερο της ημέρας. Οι εφημερίδες τον παρέσυραν και η ώρα είχε περάσει, όταν συνειδητοποίησε πως το φως είχε λιγοστέψει πολύ. Κάποια μπλε και κόκκινα φώτα είχαν μεταμορφώσει την καφετέρια. Και η μουσική, που δεν την πρόσεχε πριν, είχε αλλάξει ανεπαισθήτως, γλιστρούσε κατά κάποιον τρόπο να κερδίσει την προσοχή του. Η ονειρική αίσθηση επανήλθε και του ζήτησε εκ νέου μια κατάβαση. Την καθυστέρησε για λίγο, όσο για να γίνει «ιρλανδικός» ο καφές του, και βάλθηκε να διεισδύσει στην ομίχλη μιας ξεχασμένης γνώσης. Το όνειρο, όποιο κι αν ήταν, έμοιαζε λιγότερο παράξενο από τις μέρες που ζούσε, λιγότερο ξένο, θα μπορούσε να πει… Το τραπέζι μπροστά του γυάλιζε σε κάποια σημεία του, εκεί όπου κατέληγαν κάποια μπλε και κόκκινα σποτάκια.

Το αλκοόλ είχε θερμάνει εντός του σκέψεις και συναισθήματα. Καθώς παράγγειλε ένα καινούργιο, διπλό, πρόσεξε πως η μέρα άφηνε φεύγοντας τις τελευταίες λωρίδες φωτός της έξω από την τζαμαρία.

Εκείνη άφηνε πίσω της κάθε φορά μια μυρωδιά και μερικά στατικά καρέ της μορφής της. Δεν ήταν πως είχαν χωρίσει επειδή δεν ήθελε ο ένας τον άλλον. Ήταν που κανείς από τους δυο τους δεν ήταν ικανός να διαχειρισθεί —εντός και εκτός— επιθυμίες και ματαιώσεις, και χιαστί θυμούς (πόσο καθαρά το έβλεπε εκείνη τη στιγμή, σαν να κύλησε ξαφνικά μέσα στην περίμετρο ενός από τους μικρούς κύκλους φωτός στο τραπέζι). Επιχείρησε να διώξει από τον νου του εκείνα τα βλέμματά της που το γέλιο τους κι η θλίψη τους φωτίζαν άλλα σημεία στα δικά του μάτια, σποτάκια που επικέντρωναν τις μπλε και κοκκινωπές τους αποχρώσεις σε διαφορετικές γωνιές της ψυχής του. Προτίμησε, σαν ξόρκι, να μηρυκάσει την εποχή που εκείνη είχε βαλθεί να μετρά διάφορα συν και πλην, εισερχόμενα και εξερχόμενα στην διεκπεραίωση του νου της — θα ήταν πιο εύκολο έτσι: έτσι κι αλλιώς αυτός ήταν μπερδεμένος που μεγάλωνε. Και που μεγαλώνοντας μετράγαν περισσότερο οι σπίθες χαράς και οι πόνοι απωλείας, γυμνά, χωρίς υποκείμενο. Σαν να έχουν σημασία αυτά τα ίδια και όχι ποιος τα βιώνει… Στον μπλε και κόκκινο βυθό του ποτηριού του έπλεε μια συνειδητοποίηση: ίσως, αν τα νιώθεις αυτά μέσω του άλλου να πολλαπλασιάζονται, κατά κάποιον τρόπο. Ίσως, όσο είσαι νέος να κυριαρχεί η κοκκινιά να σε αγαπούν. Μα, άμα ωριμάσεις κάπως, να επικαλύπτεται από τα μπλουζ σου· που περνούν κάποιες σπίθες στον άλλον. Αν το καλοσκεφτείς, αυτά τα σποτάκια δεν λάμπουν: δείχνουν. Γυρίζοντας να κοιτάξει, πρόσεξε και το τραγούδι στα ηχεία. Μια φωνή θρηνούσε για την αγάπη της. Μιλούσε γι’ αυτήν και μπορούσες να την δεις: να κινείται, να αγαπά, να αποσώνει, να φεύγει. Σκέφτηκε πως οι φωνές συνήθως του ακούγονται να τραγουδούν «Κοιτάξτε με πώς την αγαπώ».

Είχε πάει επτά η ώρα πια. Αποχαιρέτησε «αυτό» που μάλλον δεν πρόκειται να ξαναθυμηθεί ποτέ και παράγγειλε άλλο ένα. Διπλό. Έτσι κι αλλιώς δεν πίνει ποτέ μόνος…

Advertisements