Χαράματα και κοιμόμουν με γυρισμένη την πλάτη σε σένα· με αγκάλιασες από πίσω και ακούμπησες το στήθος σου στην πλάτη μου· έμπλεξες τα πόδια σου στα δικά μου· ένα κουτάλι καλύφθηκε με το πάπλωμά μας και του φτάνει πια ένα μόνο μαξιλάρι. Μισοξύπνησα. Με μάτια μισόκλειστα είδα σταξιές γαλάζιου στον τοίχο, και φαντάστηκα το αχνό μαυρογάλαζο ανάμεσα στα στόρια: ένα πνιγμένο γαλάζιο (σαν ξεπλυμένο όνειρο) να στάζει στη μαύρη κρούστα της νύχτας που λιώνει. Τη μέρα να αργοσαλεύει εκεί έξω. Κάποιο σκυλί υποδέχεται τους ήχους του σκουπιδιάρικου ενόσω η κοιλιά σου προστατεύει τα νώτα μου και η παλάμη σου ακουμπά στην ουλή στο δικό μου στήθος.

Ημίφως, και οι γωνιές στη σκιά δεν είναι ανησυχητικές. Θέλω να ξανακοιμηθώ· με την πλάτη μου να θυμάται πάντα το στήθος σου.

Advertisements