Είχε λύπη στα μάτια της. Ηταν το πρώτο που πρόσεξε ο Β., εκείνο το απομεσήμερο στο παραλιακό κέντρο. Καθόταν σαν να περίμενε κάτι να γίνει – σε κάτι να μπορέσει να αντισταθεί ξανά. Να ξαναϋπάρξει αντιστεκόμενη – και όχι, βέβαια, στην επιθυμία της να αλλάξει την ζωή της. Κι ας ήταν αυτό που θα έκανε, τελικά, και πάλι.

Λίγο μετά, όλα πήραν τον δρόμο τους, τον στρωμένο από τα πολλά πατήματα. Δεν μίλησαν και πολύ, τουλάχιστον ο Β. Εβλεπε άλλωστε τον εαυτό του να γίνεται ένας άνθρωπος που του αρκούν όλο και λιγότερες λέξεις για να ζει. Ισως, περισσότερο, το παραμύθιασμα της μουσικής και του φωτός τα παιχνιδίσματα, ας είναι κι από ένα κερί μοναχά: μια τρύπα από φως στον σκοτεινό ουρανό του.

Και φοβόταν: πως ποτέ δεν θα μπορέσει να ζήσει πραγματικά την καθεμέρα του με τα συναισθήματά του σε εγρήγορση – κόλαση θα ήταν άλλωστε… Και συμφιλιώθηκε με τον φόβο του και πορεύθηκε με την καθημερινή λόξα του, τις συνήθειές του, τους τροπισμούς του. Στην είσοδο του μυστικού κήπου των συναισθημάτων του, μια ταμπέλα: «Επιστρέφω εντός ολίγου». Να υπήρξε, άραγε, κάτι πιότερο ή κάτι λιγότερο απ’ αυτά; Δεν ξέρει – μάλλον και τα δυο. Θαρρεί, όλο και περισσότερο, πως είμαστε όλοι κινούμενες αντιφάσεις.

Κι όποτε τα πράγματα ζόριζαν και τα δαιμόνια τον κύκλωναν,
συχνά, αναθυμόταν τον ηλικιωμένο θείο του Μπέργκμαν σαν έλεγε: «Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να χτίσεις έναν τοίχο, να μην σε αγγίζουν τα παιχνίδια του διαβόλου». Κι ένοιωθε πως δεν ήταν αυτός…

Advertisements