Μαρτιάτικο το βράδυ κι ο Α., μεθυσμένος, με βλέμμα χαμένο, παλεύει να περπατήσει ίσια την Καλλιδρομίου. Βάζει στόχο, μικρό και προσιτό, κάθε φορά, το επόμενο μπαρ. Στέκεται στο πεζούλι και κοιτάζει τα χέρια του. Αεράκι σηκώθηκε και περνά μέσα από τα δάχτυλά του.
Μια νομίζει πως στάζουν άνοιξη, και μια πως είναι σκισμένα πανιά ιστιοφόρου. Στο σαλόνι του μυαλού του, κουρτίνες περιδινίζονται. Ξέρει και δεν ξέρει, αναπνέει και πνίγεται. Σηκώνει τον γιακά του σακακιού του σαν αναπηρικό κολάρο. Μια κοπέλα του μιλά, ίσως να την ξέρει από κάποιον άλλον τόπο, από άλλο ταξίδι, πιθανόν πιο ήρεμο. Ισως και όχι. Σηκώνεται και προχωρά προς την φωτισμένη τζαμαρία. Η κοπέλα μοιάζει τώρα με νερατζιά κι ο Α. την ακουμπά στον ώμο, σαν να την αποδιώχνει· εκείνη τον σκουντά απαλά και βρίσκεται μέσα στο μπαρ.
Στην μπάρα, κολλητά στον τοίχο, στην άκρη του κόσμου, ένα πρασινωπό πορτατίφ. Κολυμπά με σίγουρες κινήσεις προς τα κει – είναι σημαντικό, βλέπεις, να σταθεί στο φως του και να λιώσουν οι δυο χλωμάδες τους σε μια διαυγή ομίχλη βιβλιοθήκης. Αρκεί να φτάσει στην άκρη του κόσμου, ξανά. Κάποιος τον χαιρετά και σηκώνει αόριστα το χέρι. Το κατεβάζει, το βάζει στην τσέπη, και μετά σηκώνει και το άλλο, χάριν συμμετρίας. Φτάνει. Κάθεται στο σκαμπό. Ακουμπά στον μεγάλο καφέ όγκο που περίμενε τον Α. για να αποκτήσει η σύνθεση υπόσταση. Γλυπτό που εισπνέει εφιάλτες και εκπνέει σταθερότητα. Πέρα μακριά, η καταιγίδα μαίνεται, η θάλασσα κλυδωνίζει τραπέζια και καρέκλες, λιγότερο ικανοί ναυτικοί μοιάζουν να αρπάζονται από ποτήρια και τασάκια, να κρατηθούν. Ο Α. είναι ικανός να νικήσει, σε μάχη σώμα με σώμα, κάθε θύελλα. Κι ας κολλάνε τα χέρια του στο καφέ λουστραρισμένο αλώνι. Εχει ξεκολλήσει αμέτρητες φορές τα πόδια του από λάσπες, έχει αναμετρηθεί με ανυπότακτες λέξεις, έχει φιλήσει δράκους στο στόμα· τα χέρια είναι πολύ πιο εύκολο υλικό. Αρκεί να θυμηθεί αν η νυχτιά, λίγο πριν, ήταν άναστρη ή όχι.
Γιατί δεν θυμάται, τι έπαθε;
Και αυτοί οι τοίχοι εδώ μέσα, παράξενο, δεν έχουν καμία ρωγμή, τίποτα δεν μπορεί να τους διαφύγει, ο Α. το ξέρει καλά, δεν θα ωφελήσει να ψαύσει τους τοίχους, άσε που μπορεί και να παρεξηγηθεί.
Ο μπάρμαν είναι ο Β. απόψε, είναι φίλος – α, όχι φίλοι, όχι φίλοι πια! Μόλις πιει αυτό το ποτό θα πάει να ελέγξει αν η νύχτα είναι όντως άναστρη. Να ξέρει…

Advertisements