Απόψε είναι εδώ δίπλα μου και ο Α.
Που «δεν λογά». Γνωριμία πρόσφατη, τον χαίρομαι αφοσιωμένον στο εφήμερο, σαν γιαπωνέζος τεχνίτης, χαμένος σε λάθος τόπο και χρόνο. Δοσμένον στις μικρές εκρήξεις ομορφιάς που φιλοξενεί η μέρα – ξέτερα πυροτεχνήματα. Αναγνωρίζει ως καλλιτέχνη μόνον τη φωτιά. Και λέγει πως δεν ποιεί· χειρονομεί. Φτιάχνει ποιήματα-κάστρα και οχυρώνεται, μετά παρακολουθεί τη θάλασσα να τα καταπίνει και ο ίδιος μετακινείται, από δειλία ίσως, λίγο παραπέρα και επιβιώνει, ναυαγός-επιζήσας του εαυτού του. Ο Α. που γράφει σε χαρτιά τα σαλέματα της μουσικής στο κεφάλι του και λίγο μετά τα κοιτά σαγηνεμένος να καίγονται στο τζάκι· πιστεύει μόνον στο φως των μελανιασμένων χαρτιών που καίγονται, βλέπεις.
Είναι ο ίδιος Α. που μου ‘πε πως έμαθε αργά στη ζωή του ότι το φλερτ έχει βαθύτερη ρίζα από τη «σχέση». Με μισό χαμόγελο παραδέχθηκε πως είναι ειρωνεία, ναι, που το έμαθε ηλικιωμένος πια, έχοντας ξοδέψει νιάτα και ομορφιά γυρεύοντας αδελφή ψυχή (δεν μετανιώνει για τα λάθη του Δημιουργού του, αυτό θα ήτο μεγαλύτερη ειρωνία…).
Απόψε λοιπόν είναι δίπλα μου ο Α., μάλιστα, άμα απλώσω το χέρι θα ακουμπήσω το ποτήρι που έχει ακουμπήσει στο τραπέζι μας, ο Α. που δεν άκουγε κανέναν κι ας παραπατούσε κάποτε, ο ίδιος που τώρα ακούει προσεκτικά, σιωπηλός, τους πάντες, σοφούς, ανόητους, παθιασμένους, νουνεχείς, φλύαρους, μουγκούς…

Advertisements