Άνοιξη ήδη. Το μεσημέρι καφές και εφημερίδες. Και Μαξ Μπροντ. Και Απουσία: συλλογιζόμουν εκείνον τον Απόντα που ακούει, που απολαμβάνει να κρυφοκοιτά τους νόες των ανθρώπων. Που δεν συμμετέχει, όχι άμεσα τουλάχιστον. Ένα φάντασμα, ούτως ειπείν, που περιφέρεται στην επικράτεια μιας αποσπασματικής ζωής (συχνά, βεβαίως, πιο παρών στη ζωή του απ’ ό,τι οι ζώντες, οι παθιασμένοι με τους στόχους τους, αυτοί δηλαδή χωρίς την ντουμπλφάς επιδερμίδα).

Τώρα αυτή η Τρίτη μεγάλωσε αρκετά. Ώρα να σμικρύνει μετρώντας αντίστροφα τα βήματά της σε ασπρόμαυρα πλακάκια, να κινηθεί επ’ ολίγον διαγωνίως, σαν μια τελευταία ζαβολιά (υπό τας διαταγάς ενός τρελλού, πλην καθαιρεμένου αξιωματικού), και να αποκάμει σ’ ένα δωμάτιο με θέα ένα ακόμη πάσχα του κόσμου.

Εκείνος πάλι, ο Απών, πάντα θα σκάβει σε τυχαία σημεία εντός και εκτός, χωρίς πρόγραμμα και χωρίς κερδοφορία, θα ερωτοτροπεί με αποσπασματικές αλήθειες, λεπτομέρειες ενός πίνακα που δεν θα χωρέσει ποτέ στο βλέμμα του.
Και δεν θα αποκτήσει «συνολική άποψη»…
«Ε, και;» μονολογεί ατενίζοντας τα φωτάκια των πολυκατοικιών που ανάβουν αρκετά πιο πέρα από το δωμάτιο, το ίδιο που βλέπει μια καινούργια άνοιξη του κόσμου.

Advertisements