Ακολουθώ τη ζωή. Σαν κούτσουρο στο ποτάμι – σχεδόν. Τι κι αν μου φέρνει θησαυρούς σε κατεστραμμένες συσκευασίες και σαλεμένη σοφία με αποκρουστικά περιτυλίγματα; Η ροή μου, πλέον, τα αποδέχεται ολόκληρα και ανέπαφα – ρέουμε μαζί. Χωρίς ανώφελες επεξεργασίες. Τα στοιχειώδη μόνον: μια κουτουλιά, μια γρατζουνιά, μια ανεπαίσθητη μετατόπιση βάρους. Ακολουθώ. Προσαρμόζομαι με μικρές απαλές κινήσεις.
Δεν παρεμβαίνω. Βγαίνω στις όχθες μόνον καλεσμένος και με επίσημο ένδυμα. Παρατηρώ (τα όμορφα πράγματα που συχνά διαφεύγουν από την κρεατομηχανή της ζωής…).
Και διαφυλάττω: τις ανάσες μου που περίσσεψαν τόσα τσιγάρα μετά, τις πνοές που δεν ξεθύμαναν ακόμα – ζηλωτής της ιπποσύνης των ανέμων.
Αφουγκράζομαι τα μουρμουρητά του κόσμου, αγνοώντας συνάμα τις ρωμαλέες κραυγές του.
Λικνίζομαι σε κιρκάδιους και ενιαύσιους ρυθμούς, στη χάση και στη φέξη της σελήνης.
Χορεύω στις αρτηρίες του νου μου.
Και αφήνομαι. Δεν αντιστέκομαι στην τύχη, διπλώνω τακτικά όσα φέρνει και τα καταχωνιάζω μαζί με τις συνημμένες σκέψεις τους στα κάτω συρτάρια μου. Σιωπώ και στρώνω το κρεβάτι μου κάθε πρωί, να υποδεχτώ κατά πώς πρέπει την καινούργια νύχτα που θα ‘ρθει.
Διαχωρίζω τις μέρες μου μη συμπλακούν μεταξύ τους και στριμώξουν εμένα στα σκοινιά. Σέβομαι τις συναντήσεις που φέρνει καθεμιά τους: κλείνω ραδιόφωνα, τηλεοράσεις και μνήμες, κλείνω απ’ έξω τον θόρυβο του κόσμου. Κατόπιν μεταλλουργώ εντός μέχρι να πατήσω ξανά γερά στα πόδια μου. Και μετά συναντώ: έτσι που να μπορώ ν’ αφουγκραστώ το βαθύτερο μουρμούρισμα του άλλου, έτσι που να κρατώ τις συναντήσεις της καθεμέρας αλώβητες από τις προηγούμενες ζαλάδες μου.
Και γράφω· για να μην ξεχάσω. Είναι τα νομίσματά μου για τον βαρκάρη. Οσα, τουλάχιστον, νόμισα πως χρειάζονται.
Εκστομίζω μιαν αργοπορημένη νηφάλια κατάφαση σε τούτον τον κόσμο.
Πιάσε τα τσιγάρα μου τώρα…

Advertisements